Είναι εδώ και κάμποσο καιρό που δεν αισθάνομαι τίποτα, το σώμα μου είναι προέκταση χαρτόκουτου κι αυτή η φυλλάδα κρατάει το κρύο μακριά απ’ τα εντόσθιά μου.
Τον πρωτογνώρισα στον Πειραιά. Είχα κατέβει στο λιμάνι να πάρω το βαπόρι για την Κρήτη. Κόντευε να ξημερώσει. Έβρεχε. Φυσούσε δυνατή σοροκάδα κι έφταναν οι πιτσιλιές της θάλασσας στο μικρό…
Τη μέρα που ήρθα και σε βρήκα κάτω στο Πέραμα με τους γέρους στη θάλασσα να βρίζεις την κάμαρα που σε γέννησε και τον Ξέρξη.
Κατ’ όπου κόβει κάγκελο: νεκρός μου. τι σκοτεινιάζει o άνθρωπος πίσω απ’ την τρέλα;
Γυρίζει γυρίζει φριχτά ο στρογγυλός ο δρόμος γυρίζουν γυρίζουν φριχτά στο στρογγυλό το δρόμο χιλίων ειδών ανθρώποι μηχανές ποικίλων μορφών
Ἐδῶ οὐρανὸς παντοῦ κι ὁλοῦθε ἥλιου ἀχτίνα, καὶ κάτι ὁλόγυρα σὰν τοῦ Ὑμηττοῦ τὸ μέλι, βγαίνουν ἀμάραντ᾿ ἀπὸ μάρμαρο τὰ κρίνα, λάμπει γεννήτρα ἑνὸς Ὀλύμπου ἡ θεία Πεντέλη.
Ένας χρόνος μετά και είμαστε πλέον 365 μέρες πιο κοντά στο να φανταστούμε το ποίημα της Αθήνας. Φορέσαμε το σκάφανδρό μας και περιφερθήκαμε στο ενυδρείο της πόλης. Πήγαμε στα Πατήσια,…
Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν στον…
– Ἔ, Μάρκο Πόλο μοῦ φώναξε τότε «ὁ Χριστός» ἄδεια ἡ Φωκίωνος Νέγρη μονάχα ἐμεῖς οἱ δυὸ εἴχαμε μείνει καὶ τὰ σκυλιά.
πεζόδρομοι και οι δυο η Ερμού πιο ιστορική θα την έχεις αγοράσει έστω μια φορά στην Monopoly ντύνεται με την τελευταία λέξη της μόδας πάντα καθαρή, φωτεινή το βράδυ καλύπτει…
Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη, όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι — άνθρωπος να σαι! Πιότερο, αν…
Σκασμένος απ’ το ποίημα που δεν έβγαινε, πήρα τους δρόμους μέρα Επιταφίου. Έρημη Αθήνα κι όσοι μείναν αφουγκράζονταν σ’ όλες τις ενορίες…
Μαρία θυμάσαι στις ράγες του τραμ εκείνο το πένθος είχαμε βγει απ’ το μικρό εστιατόριο της Λαχαναγοράς όταν ο ήλιος έκρουε τα χαράματα. Ξάφνου τη λάμψη πήρες άλλου άνθους ενώ…
Περπατάω σκυφτός, είμαι ξένος σ’ αυτήν την πόλη, αλλά η στυφή μυρουδιά απ’ τα δημόσια ουρητήρια με πείθει παράξενα, μια απ’ τις απολαύσεις μου είναι τα Αστεροσκοπεία, έχουν τουλάχιστο θέρμανση,…
Χερουβεικά σκουπίδια κι αστράφτουν εξαίσια στ’ απόμερα της Αθήνας ερημιασμένα. Νίκος Καρούζος, «Μυχιοθήκη», Συντήρηση Ανελκυστήρων (1986)











