κινητοποίηση στην πόλη
βρέχει συνέχεια βρέχει και δε μπορούμε μια απεργία της προκοπής χωρίς ομπρέλες και βραχνούς τηλεβόες συνέχεια βρέχει σκυφτοί να μην μπαίνουν σταγόνες στα μάτια μην πουν πως δακρύσαμε
βρέχει συνέχεια βρέχει και δε μπορούμε μια απεργία της προκοπής χωρίς ομπρέλες και βραχνούς τηλεβόες συνέχεια βρέχει σκυφτοί να μην μπαίνουν σταγόνες στα μάτια μην πουν πως δακρύσαμε
Τούτη η μέρα που πετάχτηκε απ’ την κερκίδα του ορίζοντα σαν μια ξανθή ιαχή σηκώνοντας στον ώμο της σαν δροσερό σακκίδιο την πατημένη μας ελπίδα μας έφερνε μέσα απ’ τα καθημερινά δρομολόγια του ψωμιού στους χαμηλούς λόφους και στα γήπεδα του ξεχασμένου αέρα.
Η σκάλα στον κήπο μας ανεβαίνει στο φεγγάρι. Η βουκαμβίλια δίπλα είναι η ελπίδα για τις καλύτερες μέρες. Η ηλιαχτίδα που πέφτει στο γιασεμί είναι ο δρόμος για τη ζωή. Πριν δεν είχαμε σκάλα, είχαμε τοίχο. Ήταν ψηλός και έκρυβε το φεγγάρι.
Ποίηση στους δρόμους της Αθήνας στο tvxs από τον Δημήτρη Θεοδόση (http://tvxs.gr)
Η Καισαριανή είναι μία από τις πολλές συνοικίες της Αττικής που οφείλουν τη δημιουργία τους στη μαζική έλευση των προσφύγων που κατέφθασαν στον ελλαδικό χώρο ύστερα από την ήττα του ελληνικού στρατού και τα όσα δραματικά ακολούθησαν στα παράλια της Μικράς Ασίας τον Αύγουστο του 1922. 8000 περίπου από τους ξεριζωμένους πρόσφυγες που αναζήτησαν προστασία,…
Γι’ αυτό τρέξτε, τρέξτε μακριά από τους ανθρώπους και τις λέξεις. Τρέξτε μακριά από τον ύπνο, κύριε Κρακ. Εκεί μέσα συχνά συναντούμε όσα αποφεύγουμε όλη τη μέρα. Και πόσο εκεί μέσα το άγχος μας σκορπά το βάρος, την ανάσα. Είναι απώλεια, είναι απώλεια, κύριε Κρακ. Θωμάς Τσαλαπάτης, «Ενεστώτας»
Ο αδελφός μου Άβελ, αθώος και τρυφερός σαν τα βραδάκια της πλατείας Βικτωρίας, ο Άβελ ο αδελφός μου, πιο όμορφος από την ανανάκλαση των ηλιαχτίδων σ’ ένα κομμάτι πολύχρωμου υαλιού·
Τ’ αηδόνια και τα λιόδεντρα τα σάρωσαν οι πολυκατοικίες οι άνθρωποι σκόρπισαν εμπρός στις μηχανές.
Πολιτεία γυμνή, πρωινό με τις άδειες καρέκλες δεν είναι δω τόπος να μείνουμε εδώ δεν έχει δρόμους δεν έχει μάτια μέσα σ’ ερειπωμένα παράθυρα μια μυρωδιά γκαζιού και κίτρινης λαδομπογιάς.
Ο έρωτας είναι περίεργο πράγμα τώρα που η πόλη καίγεται
Δεν βλέπω γιατί να φύγω. Να πάω πού; Πού θα ‘βρω τόσα ερείπια. Τόσα κομμάτια του ολόκληρου. Καλύτερα εδώ. Ανάμεσα στα ερείπια του χθες Και σ’ αυτά που έρχονται. από τη συλλογή Ζεστό Μεσημέρι (1984)
Le soleil me brule et me rend lumineux. μεσ’ στὴ μονότονη βροχὴ τὶς λάσπες τὴν τεφρὴν ἀτμόσφαιρα τὰ τρὰμ περνοῦνε καὶ μεσ’ ἀπὸ τὴν ἔρημη ἀγορὰ — ποὺ νέκρωσε ἡ βροχὴ — πηγαίνουν πρὸς τὰ τέρματα
Μέσ’ στη σκιά που ρίχνει εμπρός μου μια πέτρα απλή ξεχνώ την ψεύτικη του κόσμου φεγγοβολή. απόσπασμα από το «Εν Άνθος» (1890) του Κωστή Παλαμά
τώρα για εμάς της μνήμης οι αγώνες σαν να μην άλλαξαν ποτέ για το ψωμί για την παιδεία για την ελευθερία Ασφάλεια – Αβέρωφ – Κορυδαλλός κι έπειτα στα έδρανα της βουλής των μαθητών ζωή ατελεύτητος Κωνσταντίνα Γεωργαντά
Στη Σμύρνη Μέλπω, Ηρώ στη Σαλονίκη, στο Βόλο Κατινίτσα έναν καιρό – τώρα στα Βούρλα με φωνάζουν Λέλα!
Στην ανατολική ακτή του λιμανιού του Πειραιά, ανάμεσα στο ναό του Αγίου Νικολάου και το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, ανάμεσα στον προστάτη των ναυτικών και τον προστάτη των αμαρτωλών, βρίσκεται η ξεχασμένη Τρούμπα, η γειτονιά με τα καμπαρέ και τους οίκους ανοχής που αποτέλεσε σημείο αναφοράς για το μεγάλο λιμάνι για περισσότερο από είκοσι χρόνια.
Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος για τα ωραία και μεγάλα έργα η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται· να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες, και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Ακούω ένα χτίσιμο στο στήθος. Με τρομάζει. Τι ωραίο θα ’τανε με μια ένεση να κυκλοφορούσε στο αίμα μου η επόμενη χιλιετία!
Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ’ τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ’ στην καρδιά των Aθηνών, μέσ’ στην καρδιά του θέρους.
Φτώχεια φωτιά φαρμάκι ο τόπος. Μονόξυλα οι Έλληνες μέσ’ στα χρώματα των επιγραφών κι ο έρωτας τελευταία ελπίδα που έμπλεξε τα χέρια τόσων ζευγαριών κόκκινο μπλε πράσινο πορτοκαλί κίτρινο παραμύθι τα μαύρα σου μαλλιά που θα φιλούσα με δυο βήματα γυναίκα ουράνια σκάλα.
Περπατάς μες της πόλης το κέντρο με σφιγμένες γροθιές και καρδιά νιώθεις να ΄σαι σαν γέρικο δέντρο με γυμνά και σπασμένα κλαδιά.
Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβηούν κι εκείνα.
«Τα κανόνια της ξηράς και των τανκς ξερνάνε φωτιά και ατσάλι πάνω στις παράγκες, τα αεροπλάνα πυροβολούν και βομβαρδίζουν αδιακρίτως. Τα πολυβόλα και οι όλμοι θερίζουν όλους τους δρόμους.[…] Η Καισαριανή είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίζει την πίεση ολόκληρης της Ταξιαρχίας, ενώ το πυροβολικό και τα αεροπλάνα τη σωριάζουν κάθε μέρα σε ερείπια.» (Οι Ανατολικές Συνοικίες…
Ξέφυγα από την ωδή. Όπως δραπέτης που περνά τα σύνορα Σε είδα στην Πανεπιστημίου με μια ομπρέλα να κοιτάς το μαύρο σύννεφο Ήθελα να σου πω δυο λόγια μονάχα δυο λόγια Είχες το στόμα σου κλειστό σαν έκλειψη της σελήνης Κι όμως μπορώ να μιλώ με τους μουγγούς Κι ήταν πανσέληνος με ένα μαύρο σύννεφο
Landscaping of the area around the Acropolis (1954-1957, Athens) Architect: Pikionis Dimitris (1887–1968)
Έλειπα κι έπεφτε η σκιά μου στην επιτύμβια πλάκα ΕΠΙΚΤΩ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΜΙΛΗΣΙΑ που σ’ έχω δει;
“18 Mpoumpoulinas Street. A grim, sombre building. Four stories? Perhaps, you cannot remember. Didn’t it formerly host the Ministry of Labour services? Maybe, you are not sure.”[1] A sub-branch of the main security offices of the Colonels’ junta in Athensin 18 Mpoumpoulinas and Tositsa Street. Across the road on the right one would find the…
«Μπουμπουλίνας 18. Βλοσυρό, πένθιμο κτήριο. Τετραώροφο; Ίσως, δεν καλοθυμάσαι. Δε στέγαζε παλαιότερα υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας; Μπορεί, δεν ξέρεις.»[1] ‘Υποδιεύθυνσις Γενικής Ασφάλειας Αθηνών’. Μπουμπουλίνας 18 και Τοσίτσα γωνία. Απέναντι και διαγώνια το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, μπροστά ακριβώς το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στην άλλη γωνία το «Κεντρικόν Μαιευτήριον Αθηνών». Τέσσερα κτήρια στην Αθήνα του 1967, ο…
Δεν έχω γράψει ποιήματα μέσα σε κρότους μέσα σε κρότους κύλησε η ζωή μου
Ω ΓΗ της Αττικής Αγαπώ τις πολυκατοικίες σου πιό πολύ απ’ τον Παρθενώνα. Χωρίς αυτές ούτε που θα σας είχα δει Άσπρες ζεστές κολόνες από δάκρυα.
Νύχτα κι ένα φαγάδικο δεν κλείνει μάτι εδώ και κροταλίζουν τα μαχαιροπίρουνα σαν φίδια.
Μικροπόλεις: σειρά ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ (2011-2012) Πέραμα / Η ταράτσα Σκηνοθεσία: Γιάννης Γαϊτανίδης Το δυτικό άκρο της πόλης, κέντρο παραγωγής ενέργειας και εργατικού δυναμικού, το Πέραμα ζει στο περιθώριο του αστικού πολιτισμού, διεκδικώντας την καλύτερη πανοραμική θέα προς τη θάλασσα και την υπόλοιπη Αττική.
ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ Σκηνοθεσία, Κείμενα, Φωτογραφία Φ.Κουτσαυτής. Μουσική Κ.Βήτα
Ιστορικό ντοκιμαντέρ – αφιέρωμα στα νεοκλασικά σπίτια της Αθήνας, με κείμενα Γιάννη Τσαρούχη και εικόνες Σπύρου Βασιλείου, διαρκείας 20 λεπτά, έτος παραγωγής 1980.
Γριά πουτάνα που ξυρίζει τα πόδια της Γίναμε άρρωστοι απ’ αυτήνα όλοι Ψυχομαμά που σκοτώνει τ’ αγόρια της Είναι παράξενη αυτή η πόλη…
Όταν τα κτήρια γίνονται ελαστικά μπλε κι ο ήλιος πορτοκαλιά γκαζά μες στο κεφάλι μου να ‘ρθεις
Το Πέραμα- πέρασμα και μοναδική δίοδος από τη στεριά στο νησί της Σαλαμίνας- εμφανίστηκε στο χάρτη της Αττικής, στο δυτικότερο άκρο του αστικού της ιστού το 1926 όταν μεταφέρθηκε εκεί, από τον Αγ. Διονύσιο Πειραιά, η ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη. Πρόσφυγες από τη Κωνσταντινούπολη και τον Πόντο ήταν οι κάτοικοι που γύρω στο 1928 έχτισαν τα πρώτα…
Κάποιες φορές σκέφτομαι πως το ανθρώπινο είδος ανήκει εξολοκλήρου στα κτήνη.
Ω να λευτερωθώ γράφοντας σ’ όλους τους δρόμους εμπρηστικά τετράστιχα γεμίζοντας όλους τους τοίχους με ποίηση παραληρούσα ένα ακαθοδήγητο αντάρτικο. Λευτέρης Πούλιος, Βρυχηθμός Τη λάμψη καμένων άστρων Για μάτια πρόχειρα Στα περιστύλια της Σταδίου Αγνώστου πατρός
Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια, πρόσωπα του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά.
Αγγίζω τους τοίχους των σπιτιών δεν αποκρίνεται κανείς. Βρέθηκα σε μια πόλη δίχως όνομα.
Να λοιπόν που έφερα τη ζωή μου ως εδώ Σε τούτο το λιασμένο θερινό καταμεσήμερο Το τι θα κάνω τώρα, δεν το ξέρω.