poetic reality no21: Ζωή Δικταίου «Αύριο, μια Ελένη»

poetic reality no21: Ζωή Δικταίου «Αύριο, μια Ελένη»

poetic reality no21: Ζωή Δικταίου «Αύριο, μια Ελένη» 693 676 Athens in a poem

«Μια Ελένη πολλές ιστορίες»

Από την Ελένη του μύθου ως την Ελένη Τοπαλούδη, το όνομα αυτό, Ελένη, είναι «πρωτεϊκή μνήμη», όπως έγραφε ο Άρης Δικταίος το 1947, αλυσίδες που έσπασαν, «θύελλες / που μουγκρίζουν πάνω από τις στέγες / του θέρους», «η κραυγή της θάλασσας / που καταπίνει τα καράβια», «η ανάσα / των νέων μανάδων που μαθαίνουν / νέα νανουρίσματα», «ο σύθρηνος των ίσκιων / που χάνονται στον Άδη», «είναι όλα τούτα» έγραφε ο Δικταίος, «κι άλλα πολλά αμολόγητα, που τα συμπαίνεις, / Ελένη, στην καρδιά μου, για ν’ ανάψεις / την πρεπούμενη φλόγα μες στη νύχτα / του αιώνα, να πάρω γυμνοπόδαρος το δρόμο / και να σε βρω» («Ελένη»).

Όλα τούτα· θρήνος και κραυγή, το σπάσιμο των αλυσίδων μα και η πιο γλυκιά ανάσα, τόσα και τόσα που τροφοδοτούν και την αποψινή μας ανάγνωση των ποιημάτων της Ζωής Δικταίου καθώς ξαναβρίσκουμε την Ελένη μέσα στη συλλογή που μαζί θα ανακαλύψουμε, ως πρωτομάστορα πόνο («πρωτομάστορας πόνος»), ως ζύγι για το κακό του κόσμου («ζύγιαζε το κακό του κόσμου»), ως λέξεις που είναι «ανάγκη πια να ειπωθούν / τα κρυμμένα, τα ανείπωτα, / τώρα» («Λάθος μου;»).

Μέσα από το πρίσμα της έμφυλης βίας ως κυρίαρχης αναπαράστασης της ζωής πάρα πολλών γυναικών, θηλυκοτήτων και ΛΟΑΤΚΙ υποκειμένων, η Ελένη του σήμερα δίνει μέσα στα επτά ποιήματα της συλλογής της Δικταίου το στίγμα ενός συλλογικού βιώματος που, όπως έγραφε το 2021 η Μαρία Λούκα στο βιβλίο της Μια γυναίκα απολογείται, «παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανείπωτο, αποσιωπημένο ή διαστρεβλωμένο στον κυρίαρχο δημόσιο λόγο» (63). «Είναι λες και ο μόνος ρόλος που επιφυλάσσει η κοινωνία για τις γυναίκες», σημειώνει η Λούκα, «να είναι αυτός της ασάλευτης, βουβής, βασανισμένης υπακοής» (68).

«Δεν αντέχω να ακούω για πιόνια», κραυγάζει μια φωνή στο ποίημα «Ας επιστρέψουμε στο παιχνίδι», «και μόνο η λέξη με δυσκολεύει, με βαραίνει, / αν είχαν τουλάχιστον άλλο όνομα, / αν πολεμούσαν το σκοτάδι ας πούμε, / ή, έστω, για ό,τι μπορεί να μας σώσει από το σκοτάδι.»

Απέναντι στη σιωπή, τις προκαταλήψεις, τις έμφυλες ιεραρχήσεις και τον έμφυλο καταναγκασμό, οι στίχοι ως δημόσιος λόγος, πόνος σε κοινή θέα και λύτρωση μαζί, λόγος που στέκεται πλάι στη γυναίκα για να αναμετρηθεί με αυτούς που την κακοποίησαν και την άφησαν μετέπειτα να διαχειριστεί μοναχικά την εμπειρία της. Ας καταφέρουμε, έστω και λίγο απόψε, να γίνει η Ελένη επιτέλους, όπως σημείωνε ο ποιητής Ηλίας Λάγιος το 2001, «ο τρόπος, να περιπατείς στο άγριο δάσος / να μην φοβάσαι τον λύκο, τ’ αγκάθια να μην σε τρυπάνε / ν’ ακολουθείς στο τρέξιμο το πιο γοργό ζαρκάδι, να το προφτάνεις / να το κοιτάς κατάματα, στα μάτια της Ελένης» («Ο τελικός κύκλος»).

Επτά ποιήματα – «Άσωτες υποσχέσεις», «Μαγδαληνή», «Λάθος μου;», «Μια Ελένη, πολλές ιστορίες», «Ας επιστρέψουμε στο παιχνίδι», «Ζωή σε μια σκακιέρα», «Απάνεμα από ψέμα και πλάνη» – επτά ιστορίες για το αύριο μιας κάποιας Ελένης όπου χρόνος είναι όσος χρειάζονται οι πληγές «θαρρείς για να προλαβαίνουν / να επουλώνονται»:

μια πρόβλεψη ίσως,
για να μπορεί να αντέχει
πυρωμένα μελίγγια,
συντριβή, θυσία, βία,
μια βασίλισσα στη σκακιέρα
υποχρεωμένη<
να υποχωρεί σε κάθε απειλή,
μια γυναίκα προδομένη,
αυτή που, κρυφά αναζητώντας
τις χοντρές φλέβες του ήλιου,
άρμεγε ομίχλες και σύννεφα
να θρέψει την ελπίδα.
«Λάθος μου;»

«[Μ]ια βασίλισσα στη σκακιέρα \ υποχρεωμένη \ να υποχωρεί σε κάθε απειλή». Την έμφυλη βία, σημειώνει η Λούκα,

«Δεν μπορείς να την εντοπίσεις σε έναν συγκεκριμένο τόπο ή σε μια συγκεκριμένη συγκυρία. Είναι διάχυτη. Ολόκληρη η ύπαρξή μας διέπεται από τις έμφυλες ιεραρχήσεις, εντός των οποίων το να είσαι αρρενωπότητα, με προσφιλή νόρμα αυτή της τοξικής αρρενωπότητας, σημαίνει ότι στις σχέσεις εξουσίας ανήκεις στον πόλο της κυριαρχίας, ότι οι ανάγκες και οι επιθυμίες σου προτεραιοποιούνται, ότι θεωρείς πως έχεις αυξημένα δικαιώματα ζωής και θανάτου πάνω στα σώματα των θηλυκοτήτων.» (68)

Μια πεταλούδα
έπαιξε στα ψέματα
με το γέρικο αδέσποτο,
στον όρμο σωροί δίχτυα,
φορτωμένη αλισάχνη
η θαλάσσια αύρα
προανάγγειλε φόβο και βροχή,
δυο πυγολαμπίδες σε ερωτικό κρεσέντο
πανηγύριζαν κυριολεκτικά,
μπροστά στα μυωπικά της γυαλιά
οι πρώτες ψιχάλες βαριές,
τα έβγαλε, τα σκούπισε
στην ανάποδη της μπλούζας,
τα ξαναφόρεσε,
κάπως αμήχανα ύψωσε τα χέρια,
λύγισε τα γόνατα,
λύγισε.

«Μαγδαληνή», είπε,
τόσο φυσικά
ως ν’ απαντούσε
στην ερώτηση «πώς σε λένε;».
Σίγουρη πως τ’ όνομά της
ασκούσε κάποια μαγεία,
επανέλαβε δεύτερη φορά,
κοιτάζοντας τον ουρανό,
«Μαγδαληνή», ύστερα,
με τη συγκίνηση της σιωπής,
λύθηκαν τα δάκρυα.

Κι όμως, λίγες στιγμές
πιο πριν, ο άνεμος,
σκορπίζοντας
τις χιμαιρικές μορφές,
είχε καταφέρει να την κάνει
να παρελάσει στα βότσαλα,
με όλα τα φανταχτερά
μαντίλια της ζωής,
χωρίς εκείνη
την πένθιμη αναμονή
και τις ματαιωμένες ελπίδες.

Σε λίγο θα νύχτωνε,
μέσα της, έξω; Τι σημασία είχε;
Μπέρδευε ακόμη καλές προθέσεις
κι εντιμότητα,
ήξερε πως εκείνος
έμοιαζε με χορδιστή πιάνου,
που, όσο κι αν γνώριζε καλά
τα σπλάχνα του,
τι κρίμα,
δεν γνώριζε να παίξει…
Διέξοδος στις ασφυκτικές σκέψεις
το σκάκι, μαζί του,
μόνο μαζί του,
εκείνος είχε ορίσει πως
αυτό το παιχνίδι είναι η λύση,
η λύση της.
Ύστερα από μια παρτίδα,
της έμεναν
τα άσπρα και τα μαύρα τετράγωνα
της σκακιέρας,
ίδια με αυτά στο πάτωμα
που είχαν κυλιστεί γυμνοί.

Έμοιαζε να βυθίζει τα πινέλα της
μια στο σκοτάδι και μια στο φως,
άλλοτε σκόρπιζε τα πιόνια στον καμβά,
επιχρυσωμένα με ψεύτικο χρυσό,
ή ραγισμένα,
εκεί που το λογικό με το άλογο
σμίγουν,
κι άλλοτε της άρεσε
να τα βάζει σε τάξη,
να τους δίδει σώμα ανθρώπινο,
να τα οδηγεί στον σταυρό,
χωρίς να ξέρει ποτέ
αν θα μπορούσε να τους υποσχεθεί
ανάσταση.

Μαγδαληνή, η νέα,
υπερήφανη όσο κι η παλιά
για τις δικές της πληγές,
«ο έρωτας είναι αφρός,
φυσαλίδες που σκάνε στα βράχια»,
έτσι ψιθυρίζοντας,
μ’ ένα σκουριασμένο καρφί στην καρδιά,
τυλίχτηκε στην ομίχλη της μνήμης.

Αντίφωνα οι παλιοί λυγμοί
Γύρευαν ακοή ν’ αξίζει.
Από τη ζωή μόνο τη γύρη
είχε τρυγήσει
κι από την κάθε πλάνη,
όποτε επέστρεφε
με το βλέμμα σκυφτό,
ένας αφανισμός θέριζε το χρώμα
αυτό που παίρνει η αγάπη,
μια φορά μόνο
στον κήπο της Γεσθημανής
ή στο πεδίο της μάχης,
έπειτα κούρνιασε
στην ψυχή ο αφανισμός.
Άνοιξε πρώτα το παράθυρο,
μετά τα δυο της χέρια διάπλατα
μα δεν κατάφερε να πετάξει,
η Μαγδαληνή, η νέα,
με την ψευδαίσθηση
πως είχε κι αυτή πολύ αγαπηθεί
έφυγε.
«Μαγδαληνή»

Στο ποίημα «Ζωή σε μια σκακιέρα» ο χρόνος δεν ξέρει πώς να μετρηθεί και χάνεται ανάμεσα σε γκραβούρες, καρτ ποστάλ, χάντρες, κέρματα, κηροπήγια και ξεκούρδιστα ρολόγια. Αλλού, ο χρόνος περνά και σε φέρνει στο μετά – τέσσερα χρόνια μετά, δέκα χρόνια μετά – πιο παρακάτω σε μια ιστορία όπου συναγωνίζεσαι με το πρόσωπό σου σε καθρέφτες που πολλαπλασιάζουν την άβυσσο:

Οι καθρέφτες, στημένοι αντικριστά,
πολλαπλασίαζαν την άβυσσο,
ώρα που η ψυχή,
ξεγεννώντας καινούργιο κίνδυνο,
καιγόταν σαν λιβάνι.
«Λάθος μου;»

Αργότερα, «την ώρα που θα έχει το ίδιο χρώμα / με την ψυχή μου», το παιχνίδι συνεχίζεται πάνω στη σκακιέρα:

Δεν μου αρέσει να σκοτώνονται τα άλογα,
οι διαταγές σου σκορπίζονται,
τόσο απλά, σε πανικό
δοκιμάζεις τις δυνάμεις σου,
σκέψεις δοξαστικές,
έχω φαντασία, αυτοσχεδιάζω με πάθος
και με λέξεις επικίνδυνες,
όπως… «σ’ αγαπώ…»,
δεν με ακούς,
θα σου αφιερώσω λίγο χρόνο,
θα μείνω σιωπηλή
κι εσύ θα με νομίζεις ηττημένη,
μα δεν θα κάνω καμιά κίνηση,
σκέψου ό,τι θες,
δεν έχω πρόγραμμα, ούτε τακτική,
θα σε αφήσω να πιστέψεις πως με αιφνιδίασες
κι, όμως, ούτε κι αυτό θα είναι αλήθεια,
παρά τη φαινομενική όψη των πραγμάτων,
ένας άλλος δαίμονας με θέλει εκεί, αλλού,
έξω από τη σκακιέρα σου,
έξω από κάθε σκακιέρα,
υποφέρω από τη σύγχρονη συνείδηση,
μου αφήνει ένα τεράστιο κενό,
όσες φορές κι αν αναμετρηθείς
μαζί μου θα χάσεις,
οι πύργοι σου καταρρέουν με θόρυβο
στην καρδιά μου.
«Ας επιστρέψουμε στο παιχνίδι»

Στο ποίημα «Άσωτες Υποσχέσεις» είναι οχτώ η ώρα, «ώρα που η ελπίδα λοιδορούμενη / μονογράφει απώλειες» ή ώρα που «ψηλαφώντας / το περίγραμμα της ανάμνησης, / πότε στο μενταγιόν / και πότε στο λακκάκι του λαιμού, / ένιωθε, μαζί με τους κόμπους στα δάχτυλα, / τις βέβηλες οπλές της τρέλας να πλησιάζουν, / μα χωρίς να απειλούν τώρα πια» ενώ στο ποίημα «Λάθος μου;» η ώρα, τώρα, έχει πια έρθει:

Σήμερα, δέκα χρόνια μετά,
μπορούσε να μιλήσει,
στην αλάνα με τα πεύκα
η σκόνη της πολιτείας μακριά,
μακριά κι οι άνανθοι πόθοι
και τα άκαρπα.
Οι σκιές είχαν αρχίσει να μακραίνουν
στην αλάνα με τα πεύκα,
στα χαμόκλαδα,
εκεί την περίμενε,
«εδώ είναι το τέλος»,
γέλιο σαρδόνιο πριν συμπληρώσει
«το τέλος του δρόμου,
Ελένη μου».
Το όνομά της ακούστηκε βρισιά,
ύστερα το δεξί του χέρι βαρύ
την βρήκε στην κοιλιά,
διπλώθηκε
απροετοίμαστη στην επίθεση,
έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο,
παρατηρώντας, μέσα από τα δάχτυλα,
τα χείλη του να σέρνονται
άπληστα στον λαιμό, στο στήθος,
στην ξεγυμνωμένη πλάτη.

Στο αριστερό της αυτί ο ψίθυρος
χλευαστικός,
υπενθύμιση στην αδυναμία.
Στη στερνή αγωνία
κούνησε περίλυπα το κεφάλι,
όχι, δεν ήθελε να ζει πια έτσι,
«όχι», δυνατά ακούστηκε η κραυγή.
Κοίταξε τα ψηλά κλαδιά της κουκουναριάς,
είχε έρθει η ώρα
ν’ απλώσει τα χέρια
στους «πιο ψηλούς κλώνους της ζωής»,
«όχι», δεύτερη φορά,
ούρλιαξε,
ούτε λυγμός ούτε φοβέρα,
έσβηνε μακριά ο αντίλαλος,
τα πουλιά είχαν αρχίσει το τραγούδι,
ένα σκουριασμένο παλιομάχαιρο
άφηνε να πέσει καταγής.

Τώρα, η Ελένη, η Μαγδαληνή, η γυναίκα, «τώρα ήθελε μόνο να ζήσει / σ’ ένα αύριο πράο, / ειρηνεύοντας τα μέσα της(«Λάθος μου;»).

«Κι όταν θα έχει τελειώσει η αγάπη, εσύ
μακάρι να βρεις κάτι να κρατηθείς,
να συνεχίσεις να ζεις,
αγάπη κατά συρροήν απάτη, κορίτσι μου,
το πλεόνασμα της χαράς θα το βρεις
στη σχέση που έχεις με τον εαυτό σου»,
της είχε πει κάποτε η μητέρα της,
δείχνοντάς της
με τα μάτια τη σκονισμένη παλέτα.
«Άσωτες υποσχέσεις»

Με τα λόγια της Μαγδαληνής από το ομώνυμο ποίημα,

«Τώρα πια ούτε πίστη<
ούτε εμπιστοσύνη, τώρα ελεύθερη»

K.Γ.

*Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στις 26 Νοεμβρίου 2025 στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Ζωής Δικταίου «Αύριο, μια Ελένη» σε μια βραδιά αφιερωμένη στην εξάλειψη της έμφυλης βίας στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

    Εισάγετε τον κωδικό: captcha

    Our website uses cookies, mainly from 3rd party services. Define your Privacy Preferences and/or agree to our use of cookies.