Πάω μια βόλτα στα παλιά
Στη Νίκαια, στη Κοκκινιά
Θα πιώ κρασί και θα μεθύσω
Στον Πειραιά θα ξενυχτήσω
Μεγάλωσα, νοστάλγησα
Αυτά που πίσω άφησα
Καρδιά μου είσαι μόνη
Το βράδυ αυτό με λιώνει
Θέλω να γυρίσω στα παλιά
Θέλω την παλιά μου γειτονιά
Θέλω να γυρίσω να σε βρώ
Ένα βράδυ είναι αρκετό.
Στην φιλοσοφική θεώρηση της πόλης ο χώρος δεν μετριέται σε μήκη, πλάτη και αποστάσεις· γίνεται σχέση και διακύμανση· βίωμα και μνήμη.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, οι στίχοι του τραγουδιού λειτουργούν ως χαρτογράφηση μιας πόλης που δεν είναι στέρεο χωρικό αντικείμενο παρά διαδρομή· μια ροή διαρκής που μεταβάλλεται και επιστρέφει, για να μεταβληθεί ξανά.
Η επιστροφή στον τόπο της νιότης είναι επιστροφή στον εαυτό που δεν υπάρχει πια· αλλά δεν έχει χαθεί. Ο χρόνος του τόπου δεν είναι γραμμικός· δεν υπάρχει αρχή και τέλος. Ο τόπος είναι ροή και πύκνωση, συμβάν και απουσία. Όλα συγχρόνως· και όλα διακριτά.
Πώς επιστρέφει όμως κανείς κάπου, όταν αυτό το κάπου δεν υπάρχει ως φυσικός χώρος;
Είναι η τέχνη ένας τρόπος.
Όσο πιο κοινωνικά προσβάσιμος και οικείος είναι ο καλλιτέχνης, ως φορέας της τέχνης, τόσο πιο άμεση και ελεύθερη η επιστροφή, μη απαιτητική, σχεδόν αυτόματη.
Η φωνή του καλλιτέχνη γίνεται το μέσο. Ο στίχος αναφέρεται στην επιστροφή και τη μνήμη· η φωνή πραγματοποιεί την επιστροφή ως εμπειρία.
Και όταν ο καλλιτέχνης δεν ζει πια;
Η φωνή έχει καταγραφεί. Όχι μόνο ως ήχος αλλά και ως μέρος ενός βιώματος για τον καθένα και την καθεμιά που το άκουσε και – μέσα από αυτή – επέστρεψε στον τόπο του παρελθόντος και της μνήμης. Έχει καταγραφεί ως μέρος μιας εμπειρίας που είναι διαφορετική για κάθε άνθρωπο αλλά συνάμα τόσο κοινή.
Δεν χρειάζεται να βρεθείς στη Νίκαια, για να επιστρέψεις στη Νίκαια. Η φωνή που κάποτε οδηγούσε στον τόπο της μνήμης, γίνεται η ίδια τόπος· γίνεται το άϋλο και κοινό ‘εκεί’ που καλεί σε μια αέναη επιστροφή.
Εις μνήμην.
Ν.Κ