poetic reality no22: Ένα ατρόμητο μόριο σκόνης: Tο ποιητικό σύμπαν της Κατερίνας Βλαχάκη

poetic reality no22: Ένα ατρόμητο μόριο σκόνης: Tο ποιητικό σύμπαν της Κατερίνας Βλαχάκη

poetic reality no22: Ένα ατρόμητο μόριο σκόνης: Tο ποιητικό σύμπαν της Κατερίνας Βλαχάκη 831 1200 Athens in a poem

Το «Μπαομπάμπ» είναι μια συμπαντική συλλογή από ένα πλάσμα ποιητικό, συμπαντικό, την Κατερίνα. Θα μου πείτε, τι σημαίνει αυτό; Μα, ποιος άλλος θα μπορούσε να γράψει για βίδες, καλαμάκια και λάμπες, την ίδια στιγμή που θα σε έκανε να αναρωτιέσαι πόσο πολύ ή πόσο λίγο συγγενεύεις με ένα ατρόμητο μόριο σκόνης που στροβιλίζεται σε μια αχτίδα φωτός;

Έτσι ξεκινάει αυτή η συλλογή, με μια «Αστερόσκονη». Μια αστερόσκονη που είναι μαζί ευχή και καθρέφτης:

κάποτε ήσουν αναπόσπαστο στοιχείο του ονείρου

του θαύματος

κάποτε ήσουν λίγο μικρότερη από το ατρόμητο μόριο σκόνης που στροβιλίζεται

σε μια αχτίδα φωτός

κάποτε ήσουν λίγο μεγαλύτερη από το όμορφο φωτόνιο που σου επιτρέπει να τη δεις

κάποτε ήσουν υψηλό μήκος κύματος

κάποτε ήσουν δόνηση θετικής ενέργειας

Τώρα γιατί το ξεχνάς

και πνίγεσαι στη μοναξιά σου

στην υπαρξιακή αγωνία σου

στην υπεροψία σου;

«[Κ]άποτε ήσουν λίγο μικρότερη από το ατρόμητο μόριο σκόνης που στροβιλίζεται / σε μια αχτίδα φωτός / […] Τώρα γιατί το ξεχνάς»; Ο φυσικός και αστρονόμος Διονύσης Σιμόπουλος έγραφε πως «είμαστε αστρόσκονη»: «εάν κόψετε κάποιο λουλούδι, ή δοκιμάσετε ένα φρούτο, ή χαϊδέψετε το πρόσωπό σας,» έλεγε, «ακουμπάτε κάποιο άστρο»:

Γιατί όλα αυτά, κι ο,τιδήποτε άλλο υπάρχει γύρω μας, είναι κομμάτια κάποιου άστρου. Ο  Ήλιος μας, η Γη μας και τα πάντα πάνω της δημιουργήθηκαν από αστροϋλικά που εκτοξεύτηκαν πριν από δισεκατομμύρια χρόνια από κάποια καταστροφική αστρική έκρηξη σουπερνόβα. Όλη η ύλη στα σώματά μας, όλα τα χημικά στοιχεία που περιέχουμε (εκτός φυσικά από το υδρογόνο) φτιάχτηκαν στην «κόλαση» τέτοιων αστρικών θανάτων.

Είμαστε, δηλαδή, αστράνθρωποι που δημιουργήθηκαν από χημικά στοιχεία φτιαγμένα κατά τις θανατηφόρες εκρήξεις υπεργιγάντιων άστρων. Αστράνθρωποι που παρακολουθούν τις μακρινές σουπερνόβα να εκρήγνυνται και να προσφέρουν υλικά για τη δημιουργία νέων άστρων, νέων πλανητών και νέων ειδών ζωής.[1]

Συνδέοντας το φαινομενικά μικρό με το ασήμαντα μεγάλο, το καθημερινό με το αιώνιο, το πελώριο μπαομπάμπ με τις καταχρηστικές ελευθερίες του ανθρώπινου είδους πάνω στο όλον της φύσης και των ζωών άλλων, οι εικόνες που έχει δημιουργήσει η ποιήτρια με τους στίχους της δημιουργούν νέους συσχετισμούς, ενεργοποιούν τη φαντασία μας ως μια δύναμη καταιγιστική, σχετικοποιούν τα κακώς δεδομένα και προτάσσουν νέες ισορροπίες όπου το συμπαντικό είναι το βαθιά αληθινά ανθρώπινο ώσπου τη λύση δίνει ένα σπουργιτάκι που στο ποίημα «Γλυκό πονόψυχο σκιουράκι» μας καθησυχάζει λέγοντας «Μην ανησυχείς, όλοι έχουν μια θέση στην πορεία του κόσμου». «Γιατί, τι άλλο είναι η λογοτεχνία, η ποίηση;», όπως έγραφε και ο Αλέξης Πολίτης,

Φαντασία· αυτό, ένας άλλος κόσμος, δικός μας, φτιαγμένος από μας ή από τον ποιητή που στέκει δίπλα μας και μας τον ψιθυρίζει στ’ αφτί. Ένα άγνωστο φιλικό χέρι, που προτείνει το λευκό χαρτί με τα μαύρα γράμματα. Η φαντασία, «το μοναδικό μυστικό της δημιουργίας», όπως τη χαρακτηρίζει στην εκ βαθέων εξομολόγησή του ο Όσκαρ Ουάιλντ, κλεισμένος τότε στη φυλακή. (2023, 121)[2]

Μέσα σε αυτό τον κόσμο, στις εικόνες που δημιουργούν οι στίχοι της Κατερίνας, τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Η προαναφερθείσα βίδα του ομώνυμου ποιήματος δεν κρατά μόνο μια κρεμάστρα με παλτά, κασκόλ και καπέλα μα «ολόκληρο το μυαλό σου / γεμάτο με λογικές συνεπαγωγές, λαβωμένους αξιόλογους μηδενισμούς / και λιωμένα τραγικά συμπεράσματα / σταθερό πάνω στον κατακόρυφο, γυαλιστερό και τεράστιο κατακόκκινο πόνο…». Είναι η σχεδόν απόκοσμη εκείνη δύναμη που συγκρατεί όλες τις απογοητεύσεις και τους μηδενισμούς μας σταθερούς σε μια πολύ εύθραυστη ισορροπία λογικής, συνείδησης του εαυτού, και πόνου.

Το καλαμάκι είναι ό,τι μας κάνει να αμφιβάλλουμε και για τη δική μας αξία αλλά και για τον πλούτο που φέρνει το διαφορετικό και το καινούριο: «το καλαμάκι κοιτάζει με καχυποψία το ποτήρι επειδή δεν είναι διάφανο – / ώστε ολόκληρο ποτήρι με λυτρωτικό νερό αμφιβάλλει για την αξία του. / Κτηνώδη καλαμάκια υπάρχουν παντού…»

Η λάμπα, ή μάλλον η «λιωμένη λάμπα» όπως είναι ο τίτλος του δωδέκατου ποιήματος της συλλογής, γίνεται το καταληκτικό αποδεικτικό στοιχείο σε μια κουβέντα περί νου ανάμεσα στο ψυχικό σθένος, τη «βέβηλη» αυτογνωσία και την ενσυναίσθηση:

«Ώστε έτσι», λέει το ψυχικό σθένος, «μπαίνεις στο γήπεδο λίγο πριν το τέλος του       αγώνα και μετά θέλεις να σηκώσεις και το κύπελλο».

«Αυτά έχει η ζωή… Εσύ ψαρεύεις με καλάμι ενώ θέλεις να πιάσεις καβούρια.  Κοντά στον λογικό νου γίνεται πάντα το παιχνίδι, δεν το έμαθες;» απαντά η βέβηλη αυτογνωσία.

Γνήσια τιποτένια συμπεριφορά από την ομάδα του νοητικού κύκλου!

«Δεν πειράζει», επεμβαίνει η ενσυναίσθηση. «Βιάσου να γλιτώσεις από τη θελκτική βολική επιρροή του νου, γιατί θα σε παρασύρει και θα σε λιώσει όπως τη λάμπα

που φώτιζε τις νύχτες την ηρεμία σου…»

Οι στίχοι αλχημίζουν αστρόσκονη μα στο κέντρο βρίσκεται πάντα ο άνθρωπος, συνήθως ρηχός, συχνά ξεστρατισμένος από τη «θελκτική βολική επιρροή του νου» («Λιωμένη λάμπα») μα και από την πλασματική του ιδέα, όπως διαβάζουμε στο ποίημα «Λιακάδα ΙΙ», πως «ούτε πολύ ούτε λίγο / […] προέρχεται απ’ αυτόν η δύναμη του κόσμου!». «Όταν κατανοήσω», γράφει η ποιήτρια,

από πού ξημερώνει

αυτή η τρομακτική και εξωφρενική ιδέα,

ίσως γλιτώσω

από τη μανία και το σκοτάδι του φράχτη

από τη μανία και το σκοτάδι του μίσους

από τη σκληρή αποκάλυψη του πόνου

(«Λιακάδα ΙΙ»)

Μέχρι τότε, οι άνθρωποι θα παραμένουν «πετρωμένοι» σε έναν κόσμο «χωρίς νερό – / χωρίς σύνδεση – / χωρίς συμπόνια» («Μαραμένο δάσος») και τα κύματα θα ξεβράζουν ανθρώπους σε έναν κόσμο που μάλλον λιγοστεύει από αυτούς («Πνιγμών μαρτυρίες»). Ακόμη και το φεγγάρι θα υπάρχει μόνο για να φωτίζει τάχα την υπεροψία τους:

Λόμπι μάγων που μάχεται για το δικαίωμά τους να μαγεύουν τους ανθρώπους

κέρδισε το προνόμιο να μαγεύουν τους ξεχωριστούς για να τους κάνουν ίδιους

Λόμπι μάγων που μάχεται για το δικαίωμά τους να μαγεύουν τoν νου

κέρδισε το προνόμιο να μαγεύουν τη λογική για να την κάνουν παράλογη

Λόμπι πλούσιων ανθρώπων που λατρεύουν το γλυκό, μακρινό, λαμπερό φεγγάρι

απευθύνθηκε σε λόμπι μάγων για να μαγέψουν τη λάμψη του και να τη βάλουν

στις τσέπες τους

Λόμπι σοφών ανθρώπων που λατρεύουν τη γλυκιά, άπιαστη, λαμπερή γνώση

απευθύνθηκε σε λόμπι μάγων για να μαγέψουν το κύρος της και να το βάλουν

στα σεντούκια τους

Λόμπι μάγων και λόμπι ανθρώπων που μάχονται για τη μικρή τους γωνία

μαγεύουν το αληθινό και το κάνουν πλαστό, ρηχό…

Η Κατερίνα δεν υπολόγιζε να μας προσφέρει αυτούς τους στίχους σε καιρούς ολοένα και πιο βίαιους μα μας σκιαγραφεί με ακρίβεια καθώς μας παρατηρεί «κρυμμένη» στο καρότσι της όπως γράφει σε ένα της ποίημα («Κλασικός υπολογισμός») και η πραγματικότητα ως γνωστόν ξεπερνά τη φαντασία. Μια άλλη Κατερίνα, πολλά χρόνια πριν, η Κατερίνα Γώγου είχε γράψει τους επικούς για μένα στίχους «Να κάνουμε ποίημα τη Ζωή. / Και τη Ζωή πράξη.» Δεν γνωρίζω άλλη ποιήτρια από αυτήν εδώ της οποίας τους στίχους διαβάζουμε απόψε, άλλη από την Κατερίνα Βλαχάκη, που να έχει κάνει πραγματικότητα αυτό που γεννήθηκε και επικοινωνήθηκε μέσα από δύο στίχους, να κάνει ποίημα τη ζωή και τη ζωή πράξη. Στην έλλειψη ομορφιάς, μας προσφέρει ένα αντίβαρο. Κατερίνα, δεν είσαι καθόλου κρυμμένη, εσύ είσαι το δικό μου, το δικό μας, μπαομπάμπ.

Κ.Γ.

[1] https://politropi.greek-language.gr/keimeno/astroskoni/

[2] Αλέξης Πολίτης, «Αργύρης Χιόνης», στον τόμο Διαβάζοντας Ποίηση, Αθήνα: Κίχλη, 2023, σελ. 118-122.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

    Εισάγετε τον κωδικό: captcha

    Our website uses cookies, mainly from 3rd party services. Define your Privacy Preferences and/or agree to our use of cookies.