poetic reality no17: Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

poetic reality no17: Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

poetic reality no17: Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν. 2199 1789 Athens in a poem

Ελίοφορ Φέστους. Ένα νεοελληνικό ποίημα σε αποσύνθεση, μια προσευχή σε τρεις κραυγές για φωτιά, φως και τα πύρινα κελιά ενός μυαλού που ξεγυμνώνεται και ταξιδεύει. Ένα δυστοπικό αφήγημα οργουελιανού σύμπαντος που μας φωνάζει από το παρελθόν έχοντας πρόσβαση σ’ ένα μικρό κελί του μέλλοντος εκεί όπου γίνεται μάχη για το φως. Ο Ελίοφορ Φέστους, μια άπιαστη ενέργεια φωτός που θα μπορούσε να εμπνεύσει μέσα μας τη φωτιά μα μας διαφεύγει και ένας άλλος άνθρωπος αχυρένιος, φτηνός αντικατοπτρισμός, που γράφει τώρα τις αναφορές της φυλακισμένης του ζωής περιμένοντας, περιμένοντας και αρχειοθετώντας, γράφοντας αναφορές, συμπληρώνοντας λίστες.

Έφυγε ο Ελίοφορ κι εγώ συνέχισα,
οι φίλοι να με μετράν με την παλάμη τους,
να ψηλαφίζω τα μάτια μου στον καθρέφτη,
κλειδώνω πόρτες, τραβάω τους σύρτες, κρύβομαι
πίσω απ’ τη γυναίκα μου, τον γιο μου.
Δεν τον αποχαιρέτησα,
επανεκτύπωσα την λίστα χωρίς το όνομά του και την αρχειοθέτησα
μέσα σε άλλες λίστες.
Λίστα τη λίστα, χτίζω με σύνεση του πύργους μου,
αφήνω στο βάθος τα καράβια να επιτελούν το έργο τους,
σέρνω τα πόδια μου επάνω στα χαλίκια,
καπνίζω,
βγάζω καλά λεφτά,
βάζω πετρέλαιο,
ο κόσμος μου συντίθεται από λευκά χαλίκια,
μέσα στις φλέβες μου κυλάει το βρόχινο νερό.

Είμ’ ένας αχυρένιος άνθρωπος.

Μέσα από το ποίημα ηχούν ακόμη στ’ αυτιά μας «καύκαλα μ’ άχερα γεμάτα» από το κοντινό 1925, οι άνθρωποι, κούφιοι και παραγεμισμένοι του Θ.Σ. Έλιοτ («Οι Κούφιοι άνθρωποι») μετά από τον πρώτο πόλεμο αλλά και ο άνθρωπος ο μαλακός, «ένα δεμάτι χόρτο» και «πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα, / στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους» του Γιώργου Σεφέρη («Τελευταίος Σταθμός») από το κοντινό 1944 στο τέλος του δεύτερου πόλεμου. Χρόνοι τόσο κοντινοί που ακούμε τη δική τους ανάσα στο σβέρκο έχοντας γίνει τελικά αυτός ο τρίτος που περπατά πάντα δίπλα μας. Και οι ήρωες συνεχίζουν να προχωρούν στα σκοτεινά. Αυτόν τον άνθρωπο που τρίβεται εύκολα μες στους πολέμους, ποιος πόλεμος τον γέννησε και πάλι αχυρένιο;

κι έρχεται ο φόβος σιωπηλός μέσ’ απ’ τα φυλλώματα,
όπως μια πέτρα

που σε βρίσκει στον λαιμό.

Μια αδιόρατη δύναμη θα σας φέρνει ξανά εδώ. Ελίοφορ Φέστους. Ένα νεοελληνικό ποίημα του Χρήστου Μαρτίνη (εκδ. Υποκείμενο, 2019).

Κ.Γ.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Εισάγετε τον κωδικό: captcha

Our website uses cookies, mainly from 3rd party services. Define your Privacy Preferences and/or agree to our use of cookies.