κατηφορίζοντας στην πόλη

Κατηφορίζω τη Δραγατσανίου
η παλιά γειτονιά έχει χτιστεί
στη θέση της
η οικογένεια με τον μικρό στον τρίτο
και το ηλικιωμένο ζευγάρι στον τέταρτο
τις γιορτές λιγοστά φώτα
και κάποια γέλια
που γρήγορα σβήνουν
τ’ακούς και χαίρεσαι
στιγμιαία κι αδιάφορα
επόμενη μέρα
επόμενη ζωή
ο μικρός πέντε χρονών
και το ζευγάρι κλεισμένο πέρα
λέει τα κάλαντα κοφτά
ή μάλλον καθόλου
δεν έχει λόγο να χαράζει χορδές
να κοιτά ξένους στα μάτια
ο κόσμος του μωσαϊκό τσέπης
αειθαλής και επαναφορτιζόμενος
τον ξυπνά τον κοιμίζει τον συντροφεύει
ενίοτε τον κανακεύει και του κάνει τις χάρες
πάντα
ο μικρός στα δεκαπέντε
έχει μάθει ποιός είναι το κέντρο
και τι εστί περιφέρεια
εκείνος, φυσικά, είναι εκεί που υπολόγιζε
ένα ισχυρό εγώ
έχει χτιστεί με επιμέλεια γύρω του
στο άλλο δωμάτιο μυρίζει ναφθαλίνη
στο άλλο δωμάτιο είναι ο ρακένδυτος
η κλειδαρότρυπα έχει κλειστεί
με θειάφι και λίγο χαρτί εφημερίδας
ένα σιγανό μουρμούρισμα
παιδεύει κάποτε τα όνειρά του
μα ο μικρός είναι τώρα είκοσι δύο
με τα εφόδια στο χέρι
στην πίσω τσέπη
στην κορνίζα
περνά το πεζοδρόμιο
προχωρά αντίπερα
ένα κομμένο χέρι στα σκουπίδια
σηκώνει το γιακά του σακακιού του
ο κόσμος γύρω του σιγοσφυρίζει
κι εκείνος με αναίδεια κοιτά εμπρός
ένα κομμένο χέρι στο παγκάκι
τρία χρόνια άνεργος
επόμενη ζωή
επόμενη μέρα
ο μικρός σαράντα ετών
το ζευγάρι το έχουν από καιρό θάψει στον τέταρτο
μια νέα ζωή
μικρή αειθαλής και επαναφορτιζόμενη
ετοιμάζεται.

Κ. Γεωργαντά, «Μια σύντομη ιστορία», Ρακοσυλλέκτης χρόνος, 2015.

Featured Image: Metaksourgeio – Athens 2018 [http://www.greekstreetart.gr]

Start the conversation