Type & hit enter to search

ο Οδυσσέας στην Ομόνοια

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Μνήμη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου

Κι όμως κι αυτοί ξεκίνησαν κάποτε με τη χαριτωμένη αφέλεια
και την κρυφή ματαιοδοξία ν’ αναμορφώσουν τον κόσμο. Ξεκίνησαν
όλοι μαζί, καθένας χώρια, και τόδαν και τόβλεπαν: καθένας
για ένα δικό του λόγο, μια ξεχωριστή φιλοδοξία, στεγασμένη
κάτω από μια μεγάλη ιδέα, έναν κοινό σκοπό, – διάφανη στέγη
που κάτω της διακρίνονταν καλύτερα του καθενός το κομμάτιασμα,
η δυστυχία κ’ η μικροπρέπεια όλων. Πώς νάβαζες, φίλε μου, τάξη
σ’ αυτό το χάος; Πώς να σταθείς κοντά τους; Τώρα καταλαβαίνω.

Γιάννης Ρίτσος,
Φιλοκτήτης, 1965

Οδυσσέας

Την φυλακή που είχα μες το μυαλό μου
την εξαγόρασα φτηνά
για ένα πακέτο τσιγάρα
από ‘να περίπτερο με γυμνές στην Ομόνοια
τώρα περπατώ περίπου σαν ένας άνθρωπος ελεύθερος
ανεμίζοντας ειν’ αλήθεια κάπως περισσότερο του χρηστού
την ομπρέλα μου
ξάφνου φυσά ένας άνεμος σιρόκος
σηκώνομαι ολόκληρος
και περπατώ πάνω στις στέγες της πολιτείας
σάπιες απ’ τις βροχές και το άζωτο
και κάτω στο συλημένο πάτο
της γιγαντιαίας αχερουσίας ληκύθου
αναμοχλεύοντας τα κατακάθια από προγονικές οινοποσίες
σπέρματα χυμένα λάδια φονικά γόπες λιωμένες σάρκες
και οστά των νεκρών
αρχαίοι βασιλείς ήρωες ευκλεείς
μόνο τη μάνα μου δε περίμενα να δω
τι σκατά γυρεύει εδώ
κάτι πήρε να λέει
η προκομμένη η νύφη της σ’ ένα μπορντέλο στη Βεγγάζη
μετά ήβγε ο ποντικός της έφαγε τη γλώσσα
ότι κατάλαβε πως δεν ανήκα ακόμα κει
εποχικός
δουλειές του ποδαριού
οδοκαθαριστής συμβασιούχος
εμένα ψύλλοι στ’ αυτιά μου μια φορά
κι εκατοντάδες να ξεσκίζουνε μικρές καρφίτσες την καρδιά μου
πάρα ταύτα πρόσεχα πολύ μη σκίσω την περιβολή μου καινούργια
από ασβέστη λευκή
κι από κάτου αναφανεί η αγιογραφία γυμνή
αμόλευτη
συντριπτική
η εικόνα
η πραγματική

Πηνελόπη

Το πρόσωπο του ανθρώπου έτσι που το κατάντησαν γέμισε ρήγματα
κάθε πρωί που ξυπνάς μόλις πλυθείς προτού σκουπιστείς
έτσι βρεμένος
τα μετράς στον καθρέφτη
υπόμνηση ματαιωμένων υποσχέσεων ευτυχίας
μια μέρα πήρα με τα δάχτυλα να ψηλαφώ
τα χείλια του μεγαλύτερου απ’ αυτά
ανοίγαν ερεθισμένο αιδοίο
με φρίκη κοίταξα την άβυσσο που ξανοίγοταν κάτω
ως που φτάνει το μάτι σκοτάδι
έβαλα πιο μέσα τα δάχτυλα και
ξάφνου βούλιαζα
τόσο ανέλπιστα
βούλιαζα
σε μια υγρή ανυπαρξία
και να μην έχεις πουθενά ένα φως να πιαστείς
ίλιγγος
ευχήθηκα τότε τον πάτο σα λύτρωση γεμάτη αίμα
δεν πρόλαβα
στην τελευταία περιστροφή το πελώριο δίχτυ της αράχνης
να μου θυμίζει
τη μοίρα μου

Τηλέμαχος

Τις παλάμες μου κόψανε λάφυρα στον άλλο πόλεμο λαθροκυνηγοί
ό,τι περίσσεψε το χώρεσαν σε σκουριασμένους χαλκάδες
γι αυτό και τώρα βλέπεις να κρατώ με τα δόντια το καλαμάρι
με τη γλώσσα να βάφω
τη σελίδα κατάστικτη
σταγόνες το αίμα μου
τα χειλ’ υπολείμματα σάρκες σκισμένες
ούλα σμάλτα σπασμένα δόντια
κλάματα σάλια
και δε μιλώ για τον εαυτό μου
όμως τη μάνα μου τσούλα τη σιχάθηκα
να μπάζει απ’ το παράθυρο κατά δεκάδες τους πειρασμούς
πρόστυχη
να τους καυλώνει
κι έπειτα σύξυλους στα κρύα του λουτρού
απολαμβάνοντας τη μοναρχική κυριαρχία της στα τόσα σερνικά
κι ας τη μαστίγωνε φρικτά η λαίλαπα της σάρκας
κάθε που ξύπναγε τυλιγμένη της αυγής την ικμάδα
νικημένη απ’ τα φαντάσματα της νύχτας
κι όμως
δε μιλώ για τον εαυτό μου
γι αυτό και συλλογίζουμαι τόσο πολύ τούτες τις μέρες και τον Νεοπτόλεμο
και τόσους άλλους

καμένη γενιά
γενιά μου

Αθήνα,
Νοέμβρης 2005

Ζ. Δ. Αϊναλής,Τα Τρία Ποιήματα έχουν περίπου εκδοθεί στη συλλογή Ηλεκτρογραφία (2006).

Featured Image: http://kyklothimia.tumblr.com/

Start the conversation