Type & hit enter to search

Urban frame no 9: Αιξωνή: η ουτοπία του Δημήτρη Πικιώνη

Η Αιξωνή είναι ένας από τους συνοικισμούς της Άνω Γλυφάδας. Οριοθετείται δυτικά από τη λεωφόρο Βουλιαγμένης και συνορεύει στα νότια με την Άνω Βούλα. Πρόκειται για μια περιοχή με έντονο ανάγλυφο εδάφους, καθώς βρίσκεται σκαρφαλωμένη στη νοτιοδυτική πλαγιά του Υμηττού, και αρκετά υψηλή αξία γης -λόγω της γειτνίασης με το βουνό και της απρόσκοπτης θέας στο Σαρωνικό.  Θεωρείται ‘φιλέτο’ για την κτηματομεσιτική αγορά και στο παρελθόν συνδέθηκε με μεγάλης έκτασης σκάνδαλα που αφορούσαν εμπρησμούς, καταπατήσεις και παράνομες αγοραπωλησίες δημόσιας γης-η οποία αξίζει να σημειωθεί πως είχε κηρυχθεί αναδασωτέα από το 1934, με αποφάσεις του Υπουργείου Γεωργίας και της Νομαρχίας Αττικής. Το 2012, ύστερα από δικαστική έρευνα που κράτησε περισσότερο από μια δεκαετία, και έφερε στο φως την παράνομη αγοραπωλησία 620,8 στρεμμάτων δασικής γης στην Αιξωνή, 21 από τους 26 εμπλεκόμενους- δικηγόρους, συμβολαιογράφους, επιχειρηματίες και ιδιώτες-  κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε πολυετείς καθείρξεις.

Το οξύμωρο είναι πως αυτή η πολύπαθη πλαγιά του Υμηττού, που για δεκαετίες τεμαχιζόταν ανεξέλεγκτα και παράνομα, ήταν η  τοποθεσία ενός συνοικισμού που μελέτησε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Δημήτρης Πικιώνης·  ο αρχιτέκτονας που τίμησε την αττική γη όσο λίγοι και που, από το 1954 ακόμα, έγραψε -με τον έντονο λυρισμό που διέκρινε το λόγο του- για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η άκρατη, ωφελιμιστική εκμετάλλευση της.

Η γη τούτη κείτεται τώρα ως το πριν όμορφο σώμα ενός θεϊκού πλάσματος όπου κατατρώγει τις σάρκες του η αρρώστια. […] Δεν βλέπω πια βωμούς των θεών επάνω εις τα όρη μου και τους λόφους, πάρεξ τα γραφεία και τις μηχανές των Εταιρειών σας. Εκείνοι ήταν σημάδι λατρείας, σε σας δεν απόμεινε παρ’ η κατώτερη μορφή της σχέσης με τη Φύση, η εκμετάλλευση.» [1]

Η μελέτη για τον συνοικισμό της Αιξωνής εκπονήθηκε στα χρόνια της προχωρημένης ωριμότητας του Πικιώνη–στις αρχές της δεκαετίας του 1950, την ίδια περίοδο που μελέτησε και ολοκλήρωσε το έργο στον περιβάλλοντα χώρο της Ακρόπολης. Σύμφωνα με το σχεδιασμό, στα 400 στρέμματα του οικισμού περιλαμβάνονταν ασφαλώς κατοικίες, ωστόσο στον πυρήνα της σύλληψης ο Πικιώνης έθεσε τους κοινόχρηστους χώρους· τους χώρους όπου θα συντελούνταν η κοινωνική και η πνευματική δράση, που αποτελούσαν άλλωστε τον βασικό σκοπό του εγχειρήματος. Χωρίς να παραγνωρίζει τις αντικειμενικές ανάγκες που ένας οικισμός καλείται να καλύψει, ο Πικιώνης σημείωσε πως η αντιμετώπιση αυτών οφείλει να ξεφύγει από το στενά τεχνικό, ωφελιμιστικό, ρασιοναλιστικό της πλαίσιο. Στην προσέγγιση που ευαγγελίζονταν ο ίδιος  «τόσο οι υλικές ανάγκες όσο και οι πνευματικές θα όφειλε να βρούνε μιαν έγκυρη και αντάξια της ιερότητας τους έκφραση»,[2] καθώς η αρχιτεκτονική δημιουργία αφορά φυσικά σε μια διαδικασία παραγωγής πλαστικών σχημάτων και μορφών αλλά συνιστά και μια αέναη άσκηση στοχασμού και συναισθήματος· μια ενέργεια μεταφυσική και υπερκόσμια που αποβλέπει στο κοινό δηλαδή στο ουσιώδες και όχι στο ατομικό και εφήμερο. Μια τέτοια συνθετική διαδικασία παράγει μια μορφή που έχει ρίζες. Αυτό σημαίνει πως δεν προέρχεται από απομνημόνευση του παλιού ούτε και από την άρνηση του αλλά από τη σύνθεση του χθες με το αύριο και πως είναι έργο «μνήμης και αμνησίας μαζί»[3]

Όμως κάθε αναζήτηση της αισθητικής δεν μπορεί να θεωρηθεί ορθή αν της λείπει το ηθικό περιεχόμενο. «Ethik und Aesthetik sind Eins»[4]  έγραψε λίγα χρόνια νωρίτερα ο Wittgenstein στο έργο του Tractatus Logico-Philosophicus. Η Ηθική και η Αισθητική είναι ένα · όχι ένα και το αυτό, αλλά ένα σύνολο, μία σύνθεση από δύο αλληλοεξαρτώμενα φιλοσοφικά πεδία. Δεν είναι όμοια, δεν ταυτίζονται αλλά το ένα προϋποθέτει το άλλο και η διαφορετικότητα τους γίνεται αντικείμενο στοχασμού. Η ηθική, ως μέθοδος κατανόησης του κόσμου και της ζωής, εκφράζεται με κάποια αισθητική μορφή ενώ η αισθητική –το στυλ, το γούστο- εκφράζει με έναν τρόπο την ατομική και συλλογική ηθική. Η άποψη πως οι δύο αυτές έννοιες έχουν κοινή πηγή ακολουθεί τον Πικιώνη συνολικά στο έργο του.

Η πολεοδομική σύνθεση της Αιξωνής έλαβε κατευθύνσεις από το φυσικό τοπίο, τις εδαφικές διαμορφώσεις και την ύπαρξη λατομείων στην περιοχή. Σημαντική θέση κατείχαν οι ζώνες πρασίνου οι οποίες θα περιέβαλαν τον οικισμό αρχικά, με προοπτική να επεκταθούν προς την άνω πλευρά του Υμηττού. Το σχέδιο της Αιξωνής δεν υπαγορεύτηκε από την ανάγκη για άρτια και ρασιοναλιστική επίλυση ενός οικιστικού συνόλου αλλά καθοδηγήθηκε από τη συναισθηματική και πνευματική προσέγγιση των ζητημάτων που διαμορφώνουν ένα τέτοιο σύστημα. Ο Πικιώνης στα κείμενα του για την Αιξωνή αναφέρεται σε «μια όμορφη και αναπάντεχη συναισθηματικότητα» και σε «ποικιλία εναλλαγών απαραίτητων για το διαβάτη» που επιτυγχάνονται με την ανισότητα στο πλάτος των πεζοδρομίων (η οικοδομική γραμμή δεν θα ήταν παράλληλη με το ίχνος του δρόμου αλλά θα παρουσίαζε διακυμάνσεις). Αναφέρεται ακόμα σε «αίσθημα αποξένωσης» από τον διαχωρισμό  ιδιοκτησίας και δρόμου τον οποίο ο σχεδιασμός του συνοικισμού της Αιξωνής θα άρει προκειμένου να αποδώσει στο δρόμο ένα «αίσθημα οικειότητας» και να χαρίσει στον διαβάτη ένα «αίσθημα τερπνότητας».  Με την ίδια λογική χαρακτηρίζει «εγωιστικό» και τον διαχωρισμό ανάμεσα στις όμορες ιδιοκτησίες. Υποστηρίζει πως οι μεσότοιχοι θα πρέπει να αντικατασταθούν με άλλου είδους οριοθετήσεις οι οποίες θα μπορούν να διαχωρίζουν αλλά και να συνενώνουν, ενώ οι ελεύθεροι χώροι πρέπει να αποτελούν ένα σύνολο που να ανήκει εξίσου σε όλους, καθώς μόνο έτσι θα επιτευχθεί η αρμονική οίκηση.

Ανάμεσα στα κοινόχρηστα κτήρια του οικισμού πρωτεύουσα θέση κατείχε ένα Κέντρο Πνευματικών Σπουδών υπό την εποπτεία του οποίου θα βρισκόταν μια σχολή βιοτεχνίας με στόχο αφενός να διατηρήσει την τέχνη της παράδοσης και αφετέρου να αποτελέσει το μέσο για την κατάρτιση και κατ’ επέκταση την επιβίωση των φτωχότερων του οικισμού. Στις βιβλιοθήκες και τα μουσεία- που επίσης περιλαμβάνονταν στις υποδομές του οικισμού- θα διδάσκονταν οι τέχνες του Λόγου, της Μουσικής, του Θεάτρου, του Χορού, της Αρχιτεκτονικής, των Εικαστικών Τεχνών και της Βιοτεχνίας. Αρχικά, το περιεχόμενο της διδασκαλίας θα αφορούσε στην ελληνική παράδοση, ωστόσο με τον καιρό θα περιελάμβανε και στοιχεία άλλων παραδόσεων του κόσμου ώστε να καταστεί σαφής η ιδιότυπη διαφορετικότητα κάθε μιας από αυτές.

Αντίστοιχη με το Κέντρο Σπουδών της Αιξωνής ήταν η λειτουργία που είχε αποδώσει ο Άγγελος Σικελιανός στο Δελφικό Κέντρο- μέρος της δικής του ουτοπικής φιλοδοξίας  που ονόμασε Δελφική Ιδέα και προσπάθησε να υλοποιήσει την περίοδο του Μεσοπολέμου. Το σχεδιασμό του Κέντρου είχε αναθέσει ο ποιητής επίσης στον Δημήτρη Πικιώνη. Ο Σικελιανός οραματιζόταν  ένα διεθνές πνευματικό κέντρο, ένα κοσμικό μοναστήρι  όπως το ονόμασε ο ίδιος σε μια επιστολή του προς τον Νίκο Καζαντζάκη,[5] έναν τόπο συνάντησης επιστημόνων, καλλιτεχνών και διανοούμενων από όλο τον κόσμο, με έδρα τους Δελφούς· τον επιφανή, πνευματικό και μυστηριακό τόπο της αρχαιότητας. Αυτός ο υπερούσιος πυρήνας θα ενσωμάτωνε τις αρχές της Ακτινοβολίας, της Ευρυθμίας, της Πειθαρχίας, της αναγκαίας απλότητας, της Μνήμης, της βασικής αυτονομίας κάθε ψυχής, συνδυασμένης με τη γνώση της απέραντης κοινωνικότητας της.[6] Για να επιτευχθεί αυτή η σύνθεση ο Σικελιανός θεωρούσε πως πρέπει να γίνει επίκληση στις τρεις αρχές του νεοπλατωνισμού, το «προνοητικό» (ή νοητικό), «το επιστρεπτικό» και το «εράσμιο». Στον πνευματικό τόπο που οραματιζόταν ο ποιητής, ο νοητός κόσμος των ιδεών συνυπήρχε με τη συναισθηματική υπόσταση – με το εράσμιο – δημιουργώντας μια σύνθεση που αναζητώντας την εξέλιξη και την αποδέσμευση από την ατελή της φύση, επέστρεφε στην πηγή της δημιουργίας της «για να κλείσει μέσα της την αλήθεια που το περασμένο της κληροδότησε». [7]  Αυτές οι ίδιες αρχές, τα ίδια αιτήματα, το ίδιο αξιακό πλαίσιο διέπει και το πλάνο του Πικιώνη για τον οικισμό της Αιξωνής, για τον οποίο ο Σικελιανός είχε πει πως μετά τη Δελφική ιδέα ήταν ίσως το πιο σημαντικό έργο που γινόταν εκείνη την εποχή στην Ελλάδα.

Ως προς τις αρχιτεκτονικές μορφές, ο Πικιώνης θέτει ξανά τη συναισθηματική έκφραση ως θεμελιακή συνθήκη που κατευθύνει την πλαστική δημιουργία. Για τα κοινόχρηστα κτήρια προτείνει την σύνθεση τους περιμετρικά ενός αίθριου ή μιας κοινόχρηστης αυλής «με τον αναπάντεχο αλλά εξαίρετο τρόπο που χρησιμοποιεί συχνά η μοναστηριακή μας παράδοση», καθώς αυτή η μορφή «ανταποκρίνεται στην ελληνική συναισθηματικότητα, έχει κάτι ιλαρό και οικείο»· οικείο στην ανθρώπινη κλίμακα αλλά και στο ελληνικό τοπίο. Σχετικά με το ρυθμό των υπόλοιπων κτισμάτων και των κατοικιών ο Πικιώνης επικαλείται την έννοια της «ελληνικότητας», διευκρινίζοντας ωστόσο πως, με τον αμφισβητήσιμο και προβληματικό σε πολλές περιπτώσεις όρο, εννοεί τη δημιουργική σύνθεση των στοιχείων της παράδοσης με ό,τι θετικό έχει η σύγχρονη εποχή να προσφέρει και όχι τη στείρα μίμηση του παρελθόντος.

Το σχέδιο του Πικιώνη για τον οικισμό της Αιξωνής δεν υλοποιήθηκε. Συνεπώς – πάρα τη δεδομένη ιδιοφυΐα του δημιουργού – δεν μπορεί κανείς να κρίνει το ίδιο το έργο ως προς την πολεοδομική και αρχιτεκτονική του αρτιότητα, την αισθητική των μορφών ή τη λειτουργικότητα του, και ακόμα ως προς την ανταπόκριση του στις κοινωνικές ανάγκες ή το βαθμό ενσωμάτωσης του στο φυσικό και αστικό τοπίο. Εκείνο που μπορεί να σχολιαστεί είναι  η ιεράρχηση των ζητημάτων που έθεσε ο Πικιώνης σε επίπεδο προθέσεων. Η μελέτη αυτή- όπως το έργο του συνολικά-καθοδηγήθηκε από την αναζήτηση της σύνθεσης ανάμεσα στο οικουμενικό και το πνεύμα της εθνότητος [8], ανάμεσα στα πολυδιάστατα και αντιθετικά στοιχεία που συγκροτούν αυτή την αναπόφευκτη και αναγκαία ένωση. Στόχος ήταν το χαϊντεγκεριανό ποιείν· το ποιείν που υπαγορεύεται όχι από τη λειτουργική ανάγκη αλλά από την άηχη φωνή του Είναι και που συνιστά τη λήψη του μέτρου για το γνήσιο κατοικείν του ανθρώπου.[9] Σε έναν έρημο βραχότοπο στα νότια της Αθήνας, ο Πικιώνης οραματίστηκε ένα οικιστικό σύνολο, που απέβλεπε- όπως οφείλει κάθε έργο να κάνει- «στο κοινό και το κύριο. Το κοινό, δηλαδή το καθολικό, το κύριο, δηλαδή το ουσιώδες.»[10]

Κ.Κ

[1] «Γαίας ατίμωσις», στο Δ. Πικιώνη, Κείμενα, Μορφωτικό Ίδρυνα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1999, σελ. 131,132

[2] «Αισθητικές αρχές της αρχιτεκτονικής του Αιξωνικού συνοικισμού», στο ibid, σελ. 255

[3] «Η ανοικοδόμηση και το πνεύμα της παράδοσης», στο ibid, σελ. 166

[4] Ludwig Wittgenstein, Tractatus Logico-Philosophicus, Routledge, 2014, στ. 6421

[5] Κώστας Μπουρναζάκης, Χρονογραφία Άγγελου Σικελιανού, Αθήνα: Ίκαρος, 2006, σελ. 113

[6] «Η Δελφική Ιδέα: Ομιλία πρώτη», στο Πεζός Λόγος Β’,  1931, σελ. 272-274

[7] «Αισθητικές αρχές της αρχιτεκτονικής του Αιξωνικού συνοικισμού», στο Δ. Πικιώνη, Κείμενα, Μορφωτικό Ίδρυνα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1999, σελ.258

[8] «Αυτοβιογραφικά σημειώματα» στο ibid, σελ.34

[9] Martin Heidegger, Ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος, Πλέθρον, 2008

[10] «Η Ελληνική αρχιτεκτονική» στο ibid, σελ. 172

Featured Image: Aπό το βιβλίο Δ. Πικιώνη, Κείμενα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1999, σελ. 157.

Start the conversation