Type & hit enter to search

Urban frame no7: Επόμενη στάση: Ματωμένα Ποιήματα. Next Station: Agios Dimitrios.

Ξημερώνοντας η Πρωτομαγιά του 1976, στη μία και πενήντα οχτώ τη νύχτα το πράσινο Φίατ του Αλέκου Παναγούλη έφυγε από την πορεία του στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, στο ρεύμα προς Γλυφάδα και καρφώθηκε σε ένα υπόγειο γκαράζ· εκείνος σκοτώθηκε ακαριαία. Στο ίδιο σημείο 28 χρόνια αργότερα (5/06/2004) εγκαινιάστηκε ο σταθμός του μετρό Αγ. Δημήτριος- Αλέξανδρος Παναγούλης.

Ένας τόπος, εκείνος της απώλειας και της μνήμης, κι ένας μη-τόπος, εκείνος του δημόσιου κυκλοφοριακού δικτύου, σε μια ιδιότυπη συνύπαρξη στη σύγχρονη λεωφόρο Βουλιαγμένης.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης ήταν αγωνιστής εναντίων της δικτατορίας, ποιητής και πολιτικός. Η αντιστασιακή του δράση, που ξεκίνησε με τη λιποταξία του από το στρατό την περίοδο της Χούντας, κορυφώθηκε με την απόπειρα δολοφονίας του Γεώργιου Παπαδόπουλου στις 13 Αυγούστου 1968. Η απόπειρα απέτυχε. Ακολούθησε η σύλληψη του και τρεις μήνες φρικτών σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων στα κρατητήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ. Στην επιστολή που συνέταξε ο ίδιος κρυφά, μέσα από τη φυλακή, προς το Συμβούλιο της Ευρώπης, τα αναφέρει σ’ έναν μακρύ κατάλογο, τηλεγραφικά σχεδόν, χωρίς ίχνος συναισθηματικής φόρτισης, σα να συνέβαιναν σε κάποιον άλλον.

«Μαστιγώσεις με καλώδια και συρματόσχοινο σ’ όλο μου το κορμί- Χτυπήματα με γκλοπς στα πέλματα των ποδιών μου, με αποτέλεσμα κάταγμα στο δεξί πέλμα- Χτυπήματα με σίδερα στο στήθος και στα πλευρά με αποτέλεσμα κατάγματα σε δύο ή τρία πλευρά- Εγκαύματα με τσιγάρο στα χέρια και στα γεννητικά όργανα- Πέρασμα στην ουρήθρα μου μιας λεπτής βελόνας από ευάγωγο μέταλλο και θέρμανση του εκτός της ουρήθρας μέρους με αναπτήρα- Απόφραξη των αναπνευστικών οδών με τα χέρια τους μέχρι ασφυξίας- Λακτίσματα- Γρονθοκοπήματα-Χτυπήματα του κεφαλιού στους τοίχους και το πάτωμα- Στέρηση ύπνου- βασανιστικές προσπάθειες για βίαιη χορήγηση τροφής από Στρατιωτικό ιατρό- Μόνιμα χειροδέσμιος… .»[1]

Κατόπιν ο Παναγούλης παραπέμφθηκε σε δίκη. Καταδικάστηκε δις εις θάνατον. Μεταφέρθηκε στην Αίγινα για να τουφεκιστεί όμως η ποινή ματαιώθηκε υπό την πίεση της διεθνούς κοινής γνώμης. Καθώς τα ξένα μέσα δεν υπόκειντο σε λογοκρισία το κοινό τους είχε παρακολουθήσει αυτούσια τη δίκη και την απολογία του που έμοιαζε βγαλμένη από αρχαία τραγωδία.

«Πράγματι, το ξέρω ότι θα με καταδικάσετε σε θάνατο. Αλλά δεν πρόκειται να κάνω πίσω, κύριοι στρατοδίκες. Αντίθετα, δέχομαι από τώρα αυτή την καταδίκη. Γιατί το κύκνειο άσμα ενός αληθινού αγωνιστή είναι ο ρόγχος που αφήνει χτυπημένος από το εκτελεστικό απόσπασμα μιας τυραννίας.»[2]

Είχε αρχίσει να δημιουργείται ο μύθος του· ο μύθος ενός σύγχρονου τυραννοκτόνου που αγωνίζεται πεισματικά για την ελευθερία, μόνος, που αντιστέκεται και δεν υποκύπτει. Οδηγήθηκε τελικά στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου. Απέδρασε, προδόθηκε και επέστρεψε στη φυλακή. Εκεί, σ’ ένα κελί που κατασκευάστηκε ειδικά για εκείνον, σκοτεινό, αποπνικτικά στενό, χαμηλοτάβανο, μ’ ένα κυπαρίσσι στην είσοδο για να μοιάζει ακόμα περισσότερο με τάφο, παρέμεινε σε αυστηρή απομόνωση, για περισσότερο από τέσσερα χρόνια. Ένα τσιμεντένιο κλουβί 3×1.5μ, ένα κρεβάτι, ένα πρωτόγονο αποχωρητήριο και 1.80×0.90μ χώρος διαθέσιμος για να κινείται.

Εκεί, μέσα σ’ εκείνον τον τάφο, ο Παναγούλης έγραψε δεκάδες ποιήματα για την καταπίεση και την τυραννία, για την αντίσταση και την ελευθερία. Έγραφε συνεχώς, σε μικρά στενόμακρα χαρτάκια, για να μπορεί να τα βγάζει έξω από τη φυλακή, κρύβοντας τα στις ραφές του παντελονιού του που έστελνε για πλύσιμο, ή πετώντας τα στα σκουπίδια απ’ όπου τα μάζευε ένας φύλακας. Έγραφε με μελάνι, όταν είχε, ή με το αίμα του κι ένα σπιρτόξυλο πάνω σ’ ένα πακέτο τσιγάρα, όταν ο διευθυντής τον τιμωρούσε και του στερούσε το μελάνι και το χαρτί.

Ζωντάνεψα τους τοίχους
φωνή τους έδωσα
πιο φιλική να γίνουν συντροφιά
κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν να μάθουνε
πού βρήκα τη μπογιά
Οι τοίχοι του κελιού
το μυστικό κράτησαν
κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού όμως μπογιά δε βρήκαν
Γιατί στιγμή δε σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν.

(Η Μπογιά, Σ.Φ.Μ- Απομόνωση- Ιούνιος 1971)[3]

Μετά το κίνημα του Ναυτικού, το Μάιο του 1973, που παρόλη την αποτυχία του έλαβε μεγάλη δημοσιότητα στο εξωτερικό και κατέδειξε την αντίθεση και μέρους των Ενόπλων Δυνάμεων στη δικτατορία, ο Παπαδόπουλος επιχείρησε τη φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος. Στα πλαίσια αυτής, απονεμήθηκε γενική αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους. Στις 21 Αυγούστου του 1973 ύστερα από συνολικά πέντε χρόνια, 1832 ημέρες, αφάνταστα σκληρών βασανιστηρίων, εξευτελισμού, φυλακής, πόνου, στερήσεων και απομόνωσης, ύστερα από 25 απεργίες πείνας και τρεις απόπειρες απόδρασης, ο Παναγούλης βγήκε ζωντανός από τον τάφο που η δικτατορία είχε φτιάξει γι αυτόν.

Στις 17 Νοεμβρίου 1974, ένα χρόνο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και έξι χρόνια μετά την ημέρα που καταδικάστηκε σε θάνατο από το έκτακτο στρατοδικείο της Χούντας, ο Παναγούλης- αν και αντιπαθούσε τα κόμματα κάθε είδους- συμμετείχε στις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης με την Ένωση Κέντρου· τον Δούρειο Ίππο του για να μπει στο Κοινοβούλιο, όπως ο Οδυσσέας στην Τροία, και να κάνει πολιτική, να συνεχίσει τον αγώνα του για δημοκρατία και ελευθερία. Εκλέχτηκε βουλευτής οριακά, με τη 2η κατανομή.

Στόχος του ήταν να ξεσκεπαστούν και να απομονωθούν οι πολιτικοί εκείνοι που είχαν συνεργαστεί με τη Χούντα. Εκείνοι που συμμάχησαν με το καθεστώς φορώντας το προσωπείο του αντιφασίστα και που αντιπροσώπευαν όσο κανείς άλλος την έννοια της Εξουσίας. Της παγερής, αλαζονικής, ακατάλυτης, υστερόβουλης εξουσίας που ντύνεται μανδύες διαφορετικούς προκειμένου να παραμείνει αλώβητη και κυρίαρχη. Όταν συγκέντρωσε αποδείξεις πως ένας από αυτούς ήταν ο Δημήτριος Τσάτσος, μέλος της Ένωσης Κέντρου, ήρθε σε αντιπαράθεση με την ηγεσία του κόμματος και αποχώρησε. Στη Βουλή παρέμεινε ως ανεξάρτητος βουλευτής και ήρθε σε ρήξη και με τον Υπουργό Άμυνας Ευάγγελο Αβέρωφ τον οποίο κατηγορούσε ανοιχτά για σχέσεις με τη Χούντα και βλέψεις για ένα νέο δικτατορικό καθεστώς καμουφλαρισμένο με ένα ψευδο-κοινοβουλευτικό μανδύα. Λίγες μέρες πριν δημοσιοποιηθούν στην εφημερίδα «τα Νέα» τα αρχεία της ΕΣΑ που φερόταν να έχει στην κατοχή του ο Παναγούλης και που καταδείκνυαν το ρόλο συγκεκριμένων υψηλά ιστάμενων πολιτικών ανδρών στην άνοδο, τη διάρκεια αλλά και την πτώση της δικτατορίας, εκείνος σκοτώθηκε. Ο θάνατος του καταχωρήθηκε επίσημα ως αυτοκινητικό δυστύχημα, χωρίς να λείπουν ωστόσο οι φωνές που μιλούσαν για πολιτική δολοφονία.

Ο θάνατος και η απώλεια είναι καταστάσεις που αφορούν το άτομο σε ένα πρώτο και προφανές επίπεδο ανάγνωσης, μπορούν ωστόσο να σχετιστούν το ίδιο άμεσα με το σύνολο και να αφήσουν αποτύπωμα ισχυρό στο συλλογικό υποσυνείδητο. Όταν ο θάνατος αφορά σ’ ένα πρόσωπο που πέρα από την ατομική του υπόσταση φέρει κάποια δυναμική ως ξεχωριστό μέρος του συνόλου, όταν πρόκειται για ένα σημαντικό καλλιτέχνη, διανοούμενο, δάσκαλο, ηγέτη τότε η απώλεια δεν είναι μοναχά εκείνη ενός ανθρώπου που πέθανε, είναι η απώλεια ενός συμβόλου, μιας ιδέας, ενός ιδανικού. Ως τέτοια τραυματίζει την κοινωνία. Το σημείο που μια τέτοια απώλεια έλαβε χώρα αποκτά πια ταυτότητα, ένα ξεχωριστό αποτύπωμα στην ιστορική συνέχεια· γίνεται τόπος. Έχει δυναμική και περιεχόμενο. Φθείρεται, ξεθωριάζει, ζωντανεύει ξανά αλλά δε χάνεται. Ο τόπος από τη στιγμή που δημιουργείται δεν μπορεί να πεθάνει· μπορεί μόνο να συνεχίσει να κινείται στο μέλλον κουβαλώντας το παρελθόν του και αποτελώντας τεκμήριο ύπαρξης αυτού, όπως ο χρόνος που, είτε κυκλικός, είτε ευθύγραμμος έχει μοναχά μία, προδιαγεγραμμένη κατεύθυνση.

Η πόλη συμβαίνει ανάμεσα σε τόπους· ανάμεσα σε εστίες νοημάτων και μνήμης, ανάμεσα σε θέατρα ανθρωποκεντρικής εμπειρίας. Συμβαίνει όμως και ανάμεσα σε μη-τόπους· ανάμεσα σε δίκτυα συγκοινωνίας, επικοινωνίας και κατανάλωσης, σε γεωμετρικά ορισμένους χώρους, όπως είναι τα αεροδρόμια, τα κυκλοφοριακά δίκτυα, τα εμπορικά κέντρα. Οι τόποι έρχονται από το παρελθόν, είναι η παύση και η στάση, εκεί που η ανασκαφή του χρόνου φέρνει στην επιφάνεια θραύσματα μνήμης και φωτίζει τα στρώματα της αστικής συνέχειας. Οι μη-τόποι, αντίθετα, αφορούν το συνεχές παρόν, είναι η κίνηση και η ταχύτητα, η φρενήρης εναλλαγή των εικόνων και η λαίμαργη κατανάλωση τους αλλά και η καθαρότητα της ανάγκης, η γεωμετρία της προόδου. Όταν ένας τόπος συμπίπτει με έναν μη- τόπο δημιουργείται ένα δίπολο στο οποίο ο κάθε πόλος φωτίζεται από τον αντίθετο του. Ο τόπος γίνεται κομμάτι του ενεργού παρόντος χωρίς να μουσειοποιείται. Ο μη-τόπος αποκτά ένα σημείο αναφοράς που τον βοηθά να ξεκολλήσει από την νοηματική ανυπαρξία του.

Στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, στο σημείο που σκοτώθηκε ο Αλέξανδρος Παναγούλης, βρίσκεται σήμερα ένας σταθμός του μετρό με το όνομα του. Σ’ αυτόν επιβιβάζονται και αποβιβάζονται καθημερινά χιλιάδες επιβάτες. Στην αποβάθρα του σταθμού βρίσκεται ένα πορτρέτο του αγωνιστή, έργο του Κώστα-Ηρακλή Γεωργίου, με τίτλο «εις ανάμνηση του Αλέξανδρου Παναγούλη». Το όνομα και η εικόνα του γίνονται έτσι κατ’ επανάληψη μέρος της καθημερινότητας ενός σημαντικού σε μέγεθος πλήθους. Είναι εκεί, στον τόπο της απώλειας, που το παρελθόν και η μνήμη έρχονται στο παρόν και καθίστανται αναπόσπαστα κομμάτια της ζωντανής και νευρώδους πραγματικότητας. Και είναι εκεί που η κίνηση συναντά την παύση και η εικόνα το νόημα.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης αποτελεί σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα αλλά και κάθε αγώνα απέναντι στην καταπίεση και την τυραννία γιατί υπερασπίστηκε τη δημοκρατία, με τις πράξεις, την αντοχή, τα ποιήματα του αλλά και με τη στάση του στη δίκη των συνταγματαρχών όταν κλείνοντας την κατάθεση του ανέφερε: «Αν σε καιρούς δικτατορίας η τυραννοκτονία είναι ένα χρέος, σε καιρούς δημοκρατίας η συγχώρεση είναι μια αναγκαιότητα. Σε καιρούς δημοκρατίας η δικαιοσύνη δεν ασκείται ανοίγοντας τάφους.»[4] Ήταν ένας μοναχικός οραματιστής, ένας ήρωας του Σοφοκλή ή του Θερβάντες που αγωνίστηκε για δικαιοσύνη και ελευθερία και πέθανε γι αυτό. Ακομμάτιστος και ανεξάρτητος, καθοδηγούνταν μονάχα από την Παγκόσμια Ηθική και το αίσθημα Δικαιοσύνης.[5]

Δεν έχει σημασία αν οι περισσότεροι από τους επιβάτες που χρησιμοποιούν το σταθμό του μετρό δεν παρατηρούν το πορτρέτο του. Κάποιοι θα το δουν. Ούτε έχει σημασία αν πολλοί από εκείνους που το βλέπουν δεν γνωρίζουν κάτι γι’ αυτόν. Κάποιοι θα μάθουν. Κι όταν μάθουν μπορούν να επιλέξουν αν θα ακολουθήσουν την υπόδειξη των στίχων που έγραψε μέσα στον παράδοξο τάφο του στο Μπογιάτι:

Μην κλαις για μένα
ας ξέρεις πως πεθαίνω
να με βοηθήσεις δε μπορείς
Μα δες εκείνο το λουλούδι
για κείνο που μαραίνεται σου λέω
Να το ποτίσεις.

(Να το ποτίσεις, Σ.Φ.Μ- Απομόνωση- Σεπτέμβρης 1971)[6]

 

Κ.Κ

 

[1] Το Γράμμα, Μάιος 1969, στο: Αλέξανδρος Παναγούλης, Τα Ποιήματα, εκδόσεις Παπαζήση,  σελ.18

[2] Οριάνα Φαλάτσι, Ένας Άντρας, μτφρ. Τασούλα Καραϊσκάκη, Εξάντας, σ.63

[3] Συλλογή: «Το Δεύτερο Μπογιάτι», στο: Αλέξανδρος Παναγούλης, Τα Ποιήματα, εκδόσεις Παπαζήση,  σελ.99

[4] Οριάνα Φαλάτσι, Ένας Άντρας, μτφρ. Τασούλα Καραϊσκάκη, Εξάντας, σ.352

[5] Το Γράμμα, Μάιος 1969, στο: Αλέξανδρος Παναγούλης, Τα Ποιήματα, εκδόσεις Παπαζήση,  σελ.21

[6] Συλλογή: «Μες’ από τη φυλακή σας γράφω στην Ελλάδα», στο: Αλέξανδρος Παναγούλης, Τα Ποιήματα, εκδόσεις Παπαζήση,  σελ.158

Join the conversation

Pings & Trackbacks