poetic reality no3: Πυροβολεί ο βυθός τους πιανίστες του; (ή, για μια ποίηση της αστικής εμπειρίας)

   Πιότερο από το κρασί κι από τον έρωτα, πιο ύπουλα και από την ιδέα, η τέχνη μπορεί να μαυλίσει τον άνθρωπο και να τον κάμει να ξεχάσει. Μετατοπίζει το χρέος, μάχεται να μετατρέψει το εφήμερο σ’ αιώνιο και να μετουσιώσει σε ομορφιά τον πόνο του ανθρώπου.

  Νίκος Καζαντάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

 

Από πού ξεκινά κανείς όταν μιλά για τις πόλεις; Πόλεις χτισμένες από ανθρώπινα χέρια, κομμάτια πόλεων ξεχασμένα από το χρόνο, μνήμες ανθρώπων πεταμένες μέσα σε ερείπια, μνημεία άλλων εποχών, γραμμές γκραφίτι σε τοίχους, άνθρωποι σκιές που κατοικούν μέσα σε κούτες στην άκρη των δρόμων, ξεχασμένες ιστορίες γύρω από παλιά αντικείμενα, χωματερές, νοσοκομεία, φυλακές αλλά και πάρκα, πλατείες, άναρχη ρυμοτόμηση και οι ιστορίες της καθημερινότητάς μας. Ένας πλούτος από μπάζα είναι το παρελθόν μιας πόλης πάνω στο οποίο δημιουργείται και συμβαίνει η δική μας ιστορία. Αυτή η πολυπλοκότητα είναι λοιπόν ένα από τα στοιχεία της αφήγησης μέσα στο αστικό περιβάλλον, μια συνεχής αρχαιοκαπηλεία που παράγει σπάνια διαμάντια. Την ίδια στιγμή, βεβαίως, υπάρχει και η αντίσταση σε αυτήν την ανασκαφή αφού η πόλη δομείται ανάμεσα σε άτομα ξένα που κατοικούν το ένα πάνω στο άλλο από σύμπτωση άλλοτε κρυφοκοιτάζοντας στιγμές προσωπικές και άλλοτε χτίζοντας τα παράθυρα.

εχθές το βράδυ στο μετρό
αγγίζονταν χιλιάδες σώματα
κι ούτε ένα τσαφ για τα προσχήματα
ούτε ένα τόσο δα ηλεκτρόνιο
κάτι
ν’ανατριχιάσει τα χαμένα βλέμματα

μήπως και δούμε την Ιθάκη ολόγυμνη
κάτω από τα ταγιέρ
και τα πουκάμισα

(Γιάννης Στίγκας, «Με τον τρόπο του Γ.Σ.», Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο, 2012)

Όμως κάποτε υπάρχουν και κήποι που κάποτε ήταν γεμάτοι μεσπιλιές και τώρα έχουν απομείνει ως σχισμές δίπλα στο κενό για τα δίτροχα και τετράτροχά μας, πιο στενοί και από τους δυσεύρετους ποδηλατόδρομους που κείτονται και αυτοί κάτω από άλλες ρόδες και περπατιούνται σε ζιγκ ζαγκ από αμετανόητους πεζούς και από τυφλούς που άδικα ψάχνουν τη συνέχεια της λωρίδας τους. Κι αυτοί λένε μια ιστορία, μια ιστορία αποκλεισμού που διαλύει τη ψευδαίσθηση της ηρεμίας στην καρδιά της πόλης, όταν ξαφνικά ένας κήπος γεμίζει με κεφάλια και χέρια που ζητάν «τις μέρες και τις νύχτες μας», «την ησυχία και τη ροή των πραγμάτων μας», όπως συνέβη στον κο Κρακ του Θωμά Τσαλαπάτη («Ο κήπος», από τη συλλογή Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ, Εκάτη, 2011).

«Οι άνθρωποι της πόλης / Σαν πέτρα του Σίσυφου κουβαλάνε την κάθε μέρα», γράφει ο Αντώνης Γιανακός («Οι πωλήτριες του Φωκά») και συνεχίζει:

Χθες βράδυ έριξε το πρώτο χιόνι στη Σιβηρία
Το έδειξαν οι δορυφόροι στο διαδίκτυο,
Άρχισε από ψηλά
Κοντά στον βόρειο ωκεανό,
Το πρωί όλη η ακτή ήταν στρωμένη.
Τα πάντα σε λίγο θα παγώσουν
Το σύντομο καλοκαίρι του βορρά τελείωσε.

Όμως, τι παράξενη εποχή!
Μπορώ να δω το χιόνι που έριξε στη Σιβηρία,
Τον μεγάλο παγετώνα της Γροιλανδίας,
Ακόμα και τον τυφώνα στην Καραϊβική,
Κι όχι εσένα στο διπλανό τετράγωνο.

(«Το πρώτο χιόνι», Η μνήμη του σώματος, 2010)

Θα μου πεις, ναι, την έχουμε τραγουδήσει αυτή την αντινομία∙ από τη μια,

Το σπίτι μου όπως και το δικό σας
μπαίνει στα σπίτια των άλλων ανθρώπων
έτσι στενοί που ‘ναι οι δρόμοι
έτσι πολλοί που ‘ναι οι άνθρωποι.

Είναι φορές κολλητά όπως ζούμε
που θαρρώ πως κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι
πλένουμε τα δόντια μας με το ίδιο βουρτσάκι
και τρώμε το ίδιο φαΐ.

(Κατερίνα Γώγου, «Τροίας 35α», Τρία  Κλικ Αριστερά, 1978)

κι από την άλλη,

Μέσα από τη μάζα του πλήθους, όπου άνθρωπος και μόνος
βγήκε αυτό  που βγήκε: η περιθωριακή μοναξιά.

Περιθώριο, δηλαδή μια λέξη-έννοια που την αποφεύγουν
θέλω να πω: καλύπτει όλους.

(Κατερίνα Γώγου, «Α, για να πω», Με λένε Οδύσσεια, 2002)

Μια ποίηση που αντανακλά την αστική εμπειρία δεν είναι το «Αθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι» του Κωστή Παλαμά («Η φλογέρα του βασιλιά. Λόγος έβδομος», 1910) αλλά το «Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού / το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου / που μας άφηνε θαματουργά στη θάλασσα» του Γιώργου Σεφέρη:

γυρίσαμε
στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν
στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως
σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι
στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ’ τις πιπεριές
καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν
χιλιάδες χλωμές προσωπίδες.

(«Ένας λόγος για το καλοκαίρι», 1936)

Η αφαιρετικότητα της ποίησης μοιάζει να αγγίζει τον τρόπο ζωής στην πόλη καθώς αντανακλά την ανάγκη για συμπύκνωση ενός κάποιου νοήματος μέσα στις πάμπολλες διάσπαρτες εικόνες που περιτριγυρίζουν τον κάτοικό της. Ζητήματα γλωσσικά, υπαρξιακά, κοινωνικά, καθημερινά, επαναστατικά, όλα ψάχνουν να δημιουργηθούν μέσα στο συνοθύλευμα ανθρώπων και πολιτισμών που πασχίζουν να επικοινωνήσουν μέσα στην πόλη. Όχι μια χοάνη λοιπόν αλλά ένα αποστακτήριο ποικίλων δομών γνώσης και επικοινωνίας, κοινώς, μιας ολοένα μεταλλασσόμενης κουλτούρας που συνεχώς κριτικάρεται και αυτοαξιολογείται (ή τουλάχιστον θα έπρεπε).

Κάτι πήγε να ψελλίσει η ξεναγός
μα ξέχασε πώς προφέρεται
στα καντονέζικα
η στάχτη

(Γιώργος Πρεβεδουράκης, «Σταδίου 23», στιγμιόγραφο, 2011)

Marfin blues

Περάσαμε στην άλλη διάσταση
Κοιτάμε το δικό μας χέρι, πάλι
Δευτερόλεπτα μόλις μπροστά, κουρδισμένο
Μας δίνει την σκυτάλη
(Ίσα που το αγγίζουμε): Απανθρακωμένο –
Από άλλη γη αυτή η επανάσταση.

5-5-2010

(Θοδωρής Ρακόπουλος, «ΤΕΣΣΕΡΑΠΟΙΗΜΑΤΑΠΥΡΟΜΑΧΙΚΑ», Ορυκτό δάσος, 2013)

Το γραπτό κείμενο καταγράφει αυτήν την κινητικότητα και ίσως να είναι αυτό άλλο ένα στοιχείο μιας ποίησης της αστικής εμπειρίας. Σε αντίθεση με γραμμές αφιερωμένες στην απόλυτη παρουσία της φύσης και το επαναλαμβανόμενο του κύκλου της, η ποίηση της αστικής εμπειρίας μπορεί να επανέρχεται σε κάποιες εικόνες και δομές αλλά συνεχώς αλλάζει αφού βασικό συστατικό μιας πόλης είναι η φθορά. Μια φθορά τεχνητή μαζί και φυσική καθώς επιβάλλεται από τη φύση των πραγμάτων (νόμος της φύσης) αλλά και των κατασκευών του ανθρώπου που αρχίζουν να αλλοιώνονται αμέσως μόλις κατασκευαστούν. Η άρνηση αυτή της φθοράς είναι ένα από τα συμπτώματα κρίσης της κοινωνίας που θα πρέπει να απαθανατίζεται από μια ποίηση της αστικής εμπειρίας. Η φυσική φθορά όχι μόνο του Παρθενώνα αλλά και οι ρωγμές των σπιτιών μας πρέπει να αντιδιαστέλλονται με την κατασκευή εφήμερων ευφάνταστων οικημάτων (βλέπε, εμπορικά κέντρα) που όχι μόνο αντικαθίστανται εύκολα (παρά τον όγκο τους) αλλά και ερημώνουν και ερειπώνουν με έναν ιδιαίτερο τρόπο – η εφήμερή τους ύλη δεν αγαπιέται από το χρόνο σε αντίθεση με άλλα κτίσματα όπως τα παλιά προσφυγικά – καθώς μετατρέπονται σε κούφια πτώματα γιγάντων που δε χορταριάζουν. Μια αστική ποίηση θα πρέπει να μιλήσει για αυτό.

Ω γη της Αττικής
Αγαπώ τις πολυκατοικίες σου πιο πολύ
απ’ τον Παρθενώνα.
Χωρίς αυτές ούτε που θα σας είχα δει
Άσπρες ζεστές κολόνες από δάκρυα.
Είμαι ερωτευμένος
Κι αυτό
Δεν έχει καμιά σημασία.
Κι είμαι χαρούμενος
Για την αποτυχία όλων των σημασιών.
Κι είμαι ανέτοιμος
Βαθύτατα ανέτοιμος για όλα.

(Γιάννης Πατίλης, «Ω γη της Αττικής», Ζεστό Μεσημέρι, 1984)

Όπως θα πρέπει να καταγράφει την εμπειρία σε νοσοκομεία, καφενεία, πλατείες αλλά και τη συνάθροισή μας στα λεωφορεία, χώρους πίστης, θέατρα και κινηματογράφους, υπόγεια, ρετιρέ κι αποθήκες, σε παλιούς βιομηχανικούς χώρους που έχουν εγκαταλειφθεί και επαναπροσδιορίζονται.

Στις σκάλες του ηλεκτρικού
κατέβαιναν οι μάζες των ξενητεμένων∙
ξενητεμένων από το ψωμί την καρέκλα τον ύπνο
από την φωνή του παιδιού τους και τη δική τους φωνή∙
ξενητεμένων από τον ανθρώπινο ουρανό στα
τελωνεία του Καίσαρα∙ πεσμένων στο λάκκο
με τις υποσχέσεις: ν’ αγοράζουμε υλικά από τη μάντρα του θανάτου
ηλεκτρικές συσκευές απορρυπαντικά τηλεοράσεις
απίστευτα αντικείμενα για απίστευτες ανάγκες
λουσμένα στην επιθετική φωταψία των προθηκών.
Γύρω τους φώναζαν παραμορφωτικοί καθρέφτες
με τον υποχρεωτικό οπτιμισμό της θριαμβεύουσας ευημερίας
ατέλειωτες σειρές επιτυχημένων στην αθέατη
πλευρά της σελήνης∙
παραπομπές του τσιμέντου
με τα σελοτέηπ οικουμενικών χειρονομιών.

(Γιάννης Πατίλης, «Ελληνικό αύριο», Υπέρ των καρπών, 1977)

Η τέχνη του δρόμου ή τα γκράφιτι σε τοίχους της πόλης είναι μια ποίηση της αστικής εμπειρίας καθώς είναι δημιουργήματα ενεργών κατοίκων ή επισκεπτών της πόλης οι οποίοι με τον τρόπο τους επηρεάζουν την εικόνα της. «Μια πόλη», γράφει σε ένα έργο του ο Μιχαήλ Μήτρας, «δεν είναι πάντα το σημείο που δείχνει ο χάρτης».

Η ποίηση βάζει σε τάξη την εμπειρία της καθημερινότητάς μας που, αργά γοργά, γίνεται ζωή. Μια ποίηση της αστικής εμπειρίας δεν εκφράζει την μία και αληθινή πόλη αλλά την υποκειμενική πόλη μέσα από εμπειρίες και αισθήσεις έτσι όπως έχουν βιωθεί και αφομοιωθεί από τον γράφοντα ή τον πρωταγωνιστή του κειμένου.

το περίπτερο στο δεξί πεζοδρόμι
είν’ άδειο από λυρισμό και ποίηση –
πού λυρισμός με ξυραφάκια και τσιγάρα
πού ποίηση μ’ εφημερίδες και προφυλακτικά

το περίπτερο στο δεξί πεζοδρόμι
είναι γεμάτο λυρισμό και ποίηση
αρκεί να ρίξεις μια κρυφή ματιά
στον έφηβο που λαμπαδιάζει μέσα

(Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μικρά Ποιήματα, έκτη έκδοση, 2013, ποιήματα από τη συλλογή Το κορμί και το σαράκι)

Κι έπειτα τα χρόνια θα περάσουν
όγκοι βουνών και πέτρας θα παρεμβληθούν
θα ξεχαστούνε όλα
όπως ξεχνιέται το καθημερινό φαΐ
που μας κρατάει ορθούς.
Όλα, έξω από εκείνη τη στιγμή
που μέσα στο συνωστισμό του υπόγειου τρένου
κρατήθηκες στο μπράτσο μου.

Παρίσι, Μάης 1960

(Τίτος Πατρίκιος, «Υπόγειο τρένο», Θάλασσα επαγγελίας, 1977)

«Για να υπάρχουμε έχουμε ανάγκη / όχι μόνο ψωμί», έγραφε το 1972 ο Λευτέρης Πούλιος, κι έτσι η ποίηση, όπως και «ό,τι το καλό / σ’ αυτόν τον άγριο κόσμο / [που] κινδυνεύει» (Μίλτος Σαχτούρης, «Ο συλλέκτης», 1971), μας είναι απαραίτητη. Η αστική εμπειρία είναι η εν δυνάμει μοντέρνα εμπειρία αφού πλέον το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού κάθε χώρας έχει συγκεντρωθεί στις πόλεις (περισσότερο από το μισό του πληθυσμού της γης). Έτσι και η ποίηση της αστικής εμπειρίας εκφράζει το πώς βιώνεται ανθρωπινά αυτή η μετοίκηση: «Στο ζεστό φως / της τηλεοράσεως κάθομαι και δέχομαι τις πληγές μου / απ’ αυτό με βλοσυρή ευχαρίστηση / στο κέντρο της παγκόσμιας μοναξιάς.» (Λευτέρης Πούλιος, «Χυδαία ωδή», Τα επουσιώδη, 1988)

Τι τάχα να γυρεύω σε τούτη τη ζωή;
Τα πιο σπουδαία πράγματα άλλοι τα ‘χουν κάνει
Η ιστορία δε στάθηκε γενναιόδωρη σ’ εμάς
Μονάχοι πορευόμαστε στην αγωνία του αύριο
Χωρίς καμιά μεγάλη έκρηξη
Μια αλλαγή να μας ταράξει.

Κάποιος όμως θα έλεγε:
«Τι ευτυχείς που είστε!
Μεγαλωμένοι στην ευδαιμονία
Με την αγωνία σας να εξαντλείται
Να μοιάσετε τα μοντέλα των εξωφύλλων».

Κι όταν πια δεν τα καταφέρνεις
Αρχίζει η κατάθλιψη
Τα φάρμακα και η παραίτηση.

Τουλάχιστον οι προηγούμενοι
-όσοι γλύτωσαν-
Έπαθαν κατάθλιψη στα ερείπια του Τείχους
Στην απεραντοσύνη της Τασκένδης
Στα μολυβένια χρόνια του ‘70
Κι όχι μπροστά στις γόβες του Manolo Blahnki
Που δεν μπορούν να αγοράσουν.

(Αντώνης Γιανακός, «Οι γόβες του Manolo Blahnik», Η μνήμη του σώματος, 2010)

Πρωτίστως, η ποίηση είναι ένα εργαλείο που μας έρχεται από τα παλιά με σκοπό

  1. να μας ωθήσει να δούμε πίσω από αυτό που βλέπουμε αφού ευνοεί τη δομημένη ανάγνωση
  2. να μετατρέψει σε λόγο και εικόνες αυτό που δεν μπορούμε να εκφράσουμε
  3. να αποτυπώσει το ρυθμό μιας γλώσσας και να προωθήσει τον πειραματισμό μας με τις λέξεις
  4. να βάλει σε μια τάξη την ανάγκη μας για νόημα
  5. να δώσει διάρκεια στο εφήμερο
  6. να οξύνει τη φαντασία μας αφού μας δίνει τη δυνατότητα να φανταστούμε την εκδοχή μιας ιστορίας
  7. να μας θυμίσει την αξία της αφήγησης και πώς να τη δομούμε
  8. να μας θυμίσει την αξία του διαλόγου και πώς να ακούμε
  9. να μας παρουσιάσει τον κόσμο μέσα από τα μάτια του άλλου
  10. να μας θυμίσει ότι είμαστε και δεν είμαστε μόνοι οπότε και η εμπειρία του άλλου έχει κάτι να μας πει
  11. να επαναφέρει παλαιούς κόσμους (λέξεις, εικόνες), δημιουργώντας αναλογίες με το παρόν, και έτσι να μας θυμίσει την αξία της ιστορικής συνείδησης
  12. να μας υπενθυμίσει να αναλογιζόμαστε την καθημερινότητά μας.

Η ποίηση μας μαθαίνει να μιλάμε με εικόνες («με παραμύθια και παραβολές» κατά τον Σεφέρη) και να μεταφράζουμε έτσι ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ένα καρέ εδώ, ένα καρέ εκεί· κι έτσι, συμπληρώνεται το άλμπουμ. Η ποιητική εικόνα, σημειώνει ο Γκαστόν Μπασελάρντ, είναι γλώσσα στη νεανική της μορφή (“youthful language”), η οποία μας προσφέρεται και γίνεται δική μας όταν διαβάσουμε ένα ποίημα. Μολονότι μας έχει δοθεί από κάποιον άλλοv, έχουμε την εντύπωση ότι η εικόνα αυτή θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είχε δημιουργηθεί από εμάς. Μέσω αυτής της επεξεργασίας, η εικόνα αυτή γίνεται μία νέα οντότητα που υπάρχει μέσα στη δική μας γλώσσα εκφράζοντάς μας με το να μας κάνει εμάς τους ίδιους αυτό το οποίο η εικόνα θέλει να εκφράσει (“it becomes a new being in our language, expressing us by making us what it expresses”). Με λίγα λόγια, η εικόνα γίνεται την ίδια στιγμή έκφραση και έκφραση της οντότητάς μας (“it is at once a becoming of expression, and a becoming of our being”)∙ σε αυτήν την περίπτωση, η έκφραση δημιουργεί μια οντότητα (“Here expression creates being”).[1] Μέσα από την ποίηση, θα έλεγε κανείς, υπάρχουμε, και έτσι, ως κάτοικοι πόλεων, στρεφόμαστε στην ποίηση γιατί αυτή ικανοποιεί την, συχνά χαμένη, ανάγκη μας για σύνθεση κάποιου νοήματος στην ύπαρξή μας εντός του λόγου (του ποιήματος που εν συνεχεία δημιουργεί την ύπαρξή μας εκτός ποιήματος). Ένας στίχος μπορεί να επαναφέρει εικόνες που είχαν ξεχαστεί επιβεβαιώνοντας την ίδια στιγμή την απρόβλεπτη φύση του λόγου και, εάν έχουμε τη δύναμη να κάνουμε το λόγο απρόβλεπτο, δεν είναι αυτό μια μαθητεία στην ελευθερία;[2]

Εάν υποθέσουμε ότι ένα ζητούμενο της ζωής μέσα στην πόλη είναι η εύρεση ελευθερίας – εν μέσω της θορυβώδους και γρήγορης καθημερινότητας – τότε η ποίηση που εκφράζει αυτήν την εμπειρία είναι μία έκφραση ελευθερίας, ιδίως όταν η ίδια η δομή του ποιήματος είναι ελεύθερη. Όποτε βλέπουμε ένα στίχο γραμμένο στον τοίχο μιας πόλης, η ελευθερία που έχει εκφράσει το ποίημα έχει βρει την ιδανική του μορφή.

94721834627384728378153
6583948 η χλόη 964783914
73526194841456378297387
26346278193748194783556
8657 πρασινίζει 176389436
16534526794758483745197
54367198761673928715681
86473894 κάθε 1957738387
45678975675439817651432
89765781 άνοιξη 76859831
54673823647193475831948
17865476432987654987194

(Μιχαήλ Μήτρας, «Μαγική εικόνα», Διακριτικές Μεταβολές, ποιήματα 1982-2002, Απόπειρα, 2004)

Τα ποιήματα ήταν ανέκαθεν μνημονικά βοηθήματα για τη μεταφορά ιστοριών και εμπειριών στις επερχόμενες γενεές με τη συνδρομή χωροστατικών τεχνικών μνημόνευσης, εξού και η κρυφή δύναμη του βάρδου ή ραψωδού. Ο χώρος είχε πάντοτε μία ιδιαίτερη σχέση με το μνημονικό μας, φτάνει να σκεφτεί κανείς πόσο στενά συνδέει συγκεκριμένες εμπειρίες με τον τόπο στον οποίο διαδραματίστηκαν. Η ποιητική παραγωγή έχει, λοιπόν, μια αποστολή∙ να βρει τι είναι ακριβώς αυτό που βιώνουμε, να τοποθετήσει τις καθημερινές μας αναζητήσεις μέσα στο πλαίσιο στο οποίο βιώνονται για να αξιολογήσουμε την αλληλεπίδραση χώρου-εμπειρίας. Η ποίηση είναι λοιπόν – και μπορεί να είναι ακόμη περισσότερο – μια πράξη επαναστατική γιατί είναι ένα από τα μέσα που δίνει φωνή στο εφήμερο και «μετουσιώνει σε ομορφιά τον πόνο του ανθρώπου».

Τελικά, «πυροβολεί ο βυθός τους πιανίστες του; Εδώ; Στα Ξένα;» (Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο 2013, εμπνευσμένο από τη συλλογή Πιάνο Βυθού, 1991, του Γιάννη Βαρβέρη και το ομώνυμο ποίημα). Αν ο βυθός είναι ό,τι μας περιβάλλει και το πιάνο η προσπάθεια για δημιουργία που συχνά πυκνά καταποντίζεται, τότε αυτό που τελικά αναδύεται είναι μια επιλογή: να παραμείνεις μια «διακόσμηση πυθμένος», μια «υπόκωφη επίπλωση βυθού», μια ασπρόμαυρη μνήμη, ή να εκπνέεις πότε πότε «νότες άσχετες / αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου / και ιδίως / μακριά επιτέλους / από κάθε προοπτική πνιγμού». Την επόμενη φορά που σταματήσει ο χρόνος μέσα στην πόλη, σκεφτείτε:

Πολλές πολυκατοικίες, πολλοί άνθρωποι.
Πολλά κορμιά, πολλές πληγές, πολλά τσιγάρα.
Πολλοί καημοί.
Εσείς στο φως καταλήξτε.
Για το φως
Κοιτάω εγώ.

(Γιάννης Πατίλης, «Μεσημέρια της Αττικής», Ζεστό μεσημέρι, 1984)

Κωνσταντίνα Γεωργαντά

[1] Gaston Bachelard, “Introduction”, in The Poetics of Space [1958], Beacon Press: Massachusetts, 1994, σσ. xix, xxiii.

[2] Ο.π., σ. xxvii: “A great verse can have a great influence on the soul of a language. It awakens images that had been effaced, at the same time that it confirms the unforeseeable nature of speech. And if we render speech unforeseeable, is this not an apprenticeship to freedom?”

feature photo: από τον εξωτερικό τοίχο του Γενικού Λυκείου Βελβεντού και τον μαθητή Γιώργο Μπιάλα (http://blogs.sch.gr/lykvelve/2014/07/10/wall-art-2014/)

Start the conversation

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.