«Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά» / Lefteris Poulios, ‘An American Bar in Athens’ (1971)

Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια, πρόσωπα
του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά.
σεργιανίζοντας πάνω-κάτω στη μεθυσμένη μου απογοήτευση·
γυρεύοντας μια πόρνη ή ένα φίλο ή την ανάσταση.
Τι βιτρίνες και τι φεγγάρι! άνθρωποι λογής-λογής
βολτάρουν τη νύχτα· και σιδερένια σκυλιά που κορνάρουν·
γάτες στους σκουπιδοτενεκέδες και συ παραμυθά Βερν
τι γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;
Νοιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά· άμυαλε
γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπαρ
γλυκοκυττάζοντας τις πουτάνες. και πίνοντας ένα
διπλό ουίσκυ. Σ’ ακολούθησα μέσα από ομίχλες
από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων
μαλλιών μου. Κάθησα να με κεράσεις
πάνω στο σανιδένιο πάγκο. Δίπλα σε μια σειρά
καθισμένα αγάλματα.
– Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας –
Οι χαφιέδες μάς κοιτάζουν καχύποπτα και
τα φώτα σβύνουνε σε μια ώρα.
Ποιος θα μας κουβαλήσει στο σπίτι;
Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα μου. Τι ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά
και βουή, ανεβασμένος στη κορφή της ελπίδας,
όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι
απ’ τη θήκη. Κι απόμεινες στη καρέκλα
παράλυτος με τ’ όραμα μιας αυγούλας
που άχνιζε.
Νοιώθω σκολιαρόπαιδο που τούλαχε στραβόξυλο
δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πώς
θα τα πάω. Φρικτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι,
σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων.
Πάμε να κατουρήσουμε όλα τα αγάλματα
της Αθήνας· προσκυνώντας μονάχα
του Ρήγα. Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σα παππούς κι εγγονός που
βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ’ τη τρέλλα
μου γέρο· όποτε μου τη δώσει θα
σε σκοτώσω.

Λεφτέρης Πούλιος, «Αμέρικαν Μπαρ στην Αθήνα», Έξη ποιητές (Ανεξάρτητη Έκδοση, Αθήνα 1971)

AN AMERICAN BAR IN ATHENS

Amongst the aimless, hurried, stupid, faces
of the street, I saw you tonight Koste Palama,
wandering back and forth in my drunken disillusionment;
looking for a whore or a friend or resurrection.
Shop windows and the moon! all sorts
roam the night; and iron dogs honk;
cats in trash bins and, who but you storyteller Verne
rummaging around the apartments’ doorstep.
Digging your thoughts Koste Palama; feckless
old bon vivant as you hit the bar
making eyes at the whores and nursing
a double whiskey. I tailed you through a cigarette fog
and smirks at my womanly
hair. I stayed for you to treat me
standing at the boards. Next to a few
seated statues.
We are the liveliest tonight
The grasses eye us with suspicion
the lights go out in an hour.
Who will carry us home?
Koste Palama, unheeded loud-mouth,
prodigal father. What Romiosini had you cast with fire
and howls, upon the summit of hope,
when suddenly night leapt like a knife
from its sheath. And you remained on the chair
paralyzed with the vision of a sweet dawn
steaming.
I feel like a schoolboy whose fortune was to have
a cuss for a teacher. For some time now I wondered
how we would get along. Vile aged dog let us go
and puke tonight’s booze,
on the doors of closed bookstores.
Let’s go and piss on all the statues
in Athens; kneeling only in front of
Regas. And let’s go our separate ways
like grandfather and grandson after
a scrap. Beware of my madness
old man; on a whim I could
kill you.

Lefteris Poulios, ‘An American Bar in Athens’ (1971), trans. by Konstantina Georganta and Chris Gair

 

See also: http://diskoryxeion.blogspot.gr/2012/10/blog-post_24.html

Photo: Προπύλαια, Παρασκευή 06 Δεκέμβρη 2013 (06 December 2013)

Photo link: http://papa-giannaros.blogspot.gr/

Ακούστε τον Λεωνίδα Χρηστάκη να απαγγέλει το ποίημα στα Σχιζοφωνητικά (Αμέρικαν Μπαρ στην Αθήνα, Λευτέρης Πούλιος, 27:46):

Start the conversation