Type & hit enter to search

Urban frame no1: Το ακρωτηριασμένο Φιξ και το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

pic_1

Τάκης Ζενέτος, 1926-1977, έκδοση Αρχιτεκτονικών Θεμάτων, Αθήνα, 1978, σελ.41

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 η οικογένεια Φιξ, ιδιοκτήτρια της ομώνυμης επιχείρησης ζυθοποιίας αναθέτει στον αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτο τον ανασχεδιασμό του εργοστασίου της που βρισκόταν στη λεωφόρο Συγγρού από το 1893. Η μορφή του κτηρίου τη δεδομένη περίοδο είχε προκύψει ύστερα από διαδοχικές εργασίες επέκτασης στο αρχικό κτίσμα, οι οποίες υπαγορεύτηκαν από την επιτυχημένη πορεία της επιχείρησης και την ανάγκη αύξησης της παραγωγής.

Η σχεδιαστική πρόταση που διατύπωσε ο Ζενέτος σε συνεργασία με τον επίσης αρχιτέκτονα Μαργαρίτη Αποστολίδη αφορούσε στην κατασκευή ενός συνεχούς εξωτερικού περιβλήματος το οποίο ενοποιεί τις διαδοχικές επεκτάσεις του παλαιού εργοστασίου χωρίς μάλιστα να χρειαστεί να σταματήσει η λειτουργία του.

Το κτήριο υπακούει στη γενικότερη φιλοσοφία του Ζενέτου σχετικά με την ανάγκη για ευελιξία της κατασκευής και την ικανότητα της να προσαρμόζεται σε διαφορετικές χρήσεις και εποχές. Οι όψεις που σχεδιάζει συντίθενται ουσιαστικά από ένα πλέγμα οδηγών πάνω στο οποίο τοποθετούνται τα στοιχεία επικάλυψης, διαφανή ή όχι, με ειδική μόνωση ή όχι, ανάλογα με τη χρήση που φιλοξενείται στο χώρο που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο κομμάτι της όψης. Είναι έτσι σε θέση το κτήριο να εξυπηρετήσει κάθε ανάγκη αναπροσαρμογής των λειτουργιών παραγωγής του εργοστασίου στο μέλλον αλλά και κάθε νέα χρήση που πιθανό να φιλοξενηθεί στο εσωτερικό του (από χώρους γραφείων, εκθέσεων, εμπορικές επιχειρήσεις κλπ). Εκείνο που δημιουργείται δηλαδή είναι ένα ευέλικτο εξωτερικό περίβλημα το οποίο κλείνει μέσα του όλη την πολυπλοκότητα της λειτουργίας ενός χώρου. Η μορφή του περιβλήματος έχει την ικανότητα να μεταβάλλεται όταν η χρήση του χώρου μεταβάλλεται.

Στη μορφή που προκύπτει συμπυκνώνονται και μεταφέρονται με σαφήνεια και οξυδέρκεια, στο άγουρο ακόμα αστικό τοπίο της Αθήνας, οι αρχές του μοντέρνου κινήματος. Διατυπώνεται συνάμα η πρωτοποριακή σκέψη του Ζενέτου σχετικά με τη μέθοδο της προκατασκευής ως την πλέον δόκιμη οικοδομική πρακτική του μέλλοντος. Ο τρόπος με τον οποίο συντίθεται η όψη και το γεγονός πως τα στοιχεία επικάλυψης κρύβουν πίσω τους το σκελετό του κτηρίου δημιουργεί την έντονη γραμμικότητα των όψεων και ενισχύει την οριζόντια διάσταση των στοιχείων που μοιάζουν, λόγω της κλίμακας του έργου, να εκτείνονται στο άπειρο.

Η καθαρότητα της φόρμας, η λιτότητα της κατασκευής και η δυναμική του όγκου του κτηρίου συγκροτούν μια εμφατική δήλωση που κυριαρχεί στο ευρύτερο, απρόσωπο δομημένο περιβάλλον. Ένας οριζόντιος ουρανοξύστης εισβάλει στο άμαθο αστικό τοπίο της Αθήνας προκλητικά, με αυθάδεια σχεδόν και εγκαθίσταται στην κεντρική οδική αρτηρία της πόλης για να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τρεις δεκαετίες.

pic_2

http://www.culture2000.tee.gr/ATHENS/GREEK/BUILDINGS/BUILD_TEXTS/B48_t.html

Η επιχείρηση Φιξ πτωχεύει στις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Το ακίνητο περιέρχεται στο Ελληνικό δημόσιο και αφήνεται στην τύχη του. Η φθορά από το χρόνο, την έλλειψη συντήρησης και την αδιαφορία της πολιτείας αφήνει έντονα τα σημάδια της. Το ’94 μεταβιβάζεται στην εταιρεία «Αττικό Μετρό» που χρειαζόταν το οικόπεδο για την κατασκευή του ομώνυμου υπόγειου σταθμού και του σταθμού μετεπιβίβασης. Στις αρχές του ’95 με άδεια του ΥΠΕΧΩΔΕ κατεδαφίζεται μεγάλο μέρος του κτηρίου, παρά τις αντιδράσεις του αρχιτεκτονικού κόσμου.

Ένα σπουδαίο έργο της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής ακρωτηριάζεται για να γίνει στη θέση του χώρος στάθμευσης και εκδοτήρια εισιτηρίων. Ό,τι από αυτό απέμεινε χαρακτηρίζεται διατηρητέο και ύστερα από κάποια χρόνια αποφασίζεται να στεγάσει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Ασφαλώς είναι μόνο αστείο το επίσημο επιχείρημα που διατυπώθηκε την εποχή εκείνη πως το κτήριο δεν θα έχανε την αξία του αν μειωνόταν το μήκος του και πως ο ίδιος ο Ζενέτος φαίνεται πως επιθυμούσε κάτι ανάλογο.[1] Δεν προκαλεί έκπληξη ωστόσο, καθώς συνιστά ένα ακόμα παράδειγμα της καθολικής απουσίας γνώσης και κανόνων συμπεριφοράς από τους κρατούντες και την κοινωνία απέναντι σε ιστορικούς τόπους.

Το κτήριο αντιμετωπίστηκε από τη μεριά της πολιτείας με τρόπο επιφανειακό, σημαντικά κατώτερο της αξίας του, ερασιτεχνικό σχεδόν. Η μερική του κατεδάφιση συντρίβει ουσιαστικά τη δυναμική του, την έντονη γραμμικότητα του, που ακολουθεί τον άξονα της λεωφόρου Συγγρού, τον άξονα που ενώνει την πόλη με τη θάλασσα. Η συνέχεια του κτηρίου κόβεται βίαια, η κλίμακα του αλλοιώνεται και η επιβλητικότητα του όγκου του σε σχέση με το γύρω δομημένο περιβάλλον ατονεί σημαντικά.

Μοιάζει αδιανόητο πώς αποφασίστηκε να κοπεί ένα κτήριο στη μέση, να πετάξουμε το ένα κομμάτι και να κρατήσουμε το δεύτερο. Ειδικά ένα κτήριο του οποίου η αρχιτεκτονική αξία στηριζόταν κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος στην ένταση της γραμμικότητας του και στον οριζόντιο άξονα που δημιουργούσε καθώς αναπτυσσόταν παράλληλα με τη λεωφόρο Συγγρού. Και αυτή η πρακτική θεωρήθηκε σεβασμός στην αξία της αρχιτεκτονικής και του δημιουργού του, αφού σε τελική ανάλυση το κτήριο δεν κατεδαφίστηκε εξ’ ολοκλήρου και το κομμάτι που απέμεινε χαρακτηρίστηκε διατηρητέο.

Το κτήριο μετατρέπεται τελικά σε ένα μονολιθικό συντρίμμι. Δεν ήταν κάποιος πόλεμος ή μια φυσική καταστροφή αλλά η θλιβερά προκλητική άγνοια των κρατούντων εκείνη που κομμάτιασε ένα σημαντικό έργο επώνυμης βιομηχανικής αρχιτεκτονικής σε ένα αστικό περιβάλλον που ανάλογης αξίας κτήρια δεν περισσεύουν.

pic_3

http://triantafylloug.blogspot.gr/2014/01/fix.html

Η τομή που δημιουργήθηκε στο βόρειο τμήμα του κτηρίου μοιάζει με ανοιχτή πληγή τόσο για το κτήριο όσο και για την ίδια την αρχιτεκτονική πραγματικότητα της πρωτεύουσας. Εκεί αποτυπώνεται με σαφήνεια πως ο τεμαχισμός του δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός αλλά προϊόν σχεδιασμού και μεθόδευσης. Η τομή στραμμένη προς το κέντρο της Αθήνας, συμπυκνώνει ίσως ένα μέρος της δυναμικής του κτηρίου πριν τον ακρωτηριασμό του καθώς εμπεριέχει με έναν τρόπο το ίχνος του μέρους εκείνου που χάθηκε. Δείχνει πως κάτι που υπήρχε, έχει κοπεί. Η μνήμη της μορφής που σχεδίασε ο Ζενέτος μένει ενεργή μέσα από αυτή την τομή που συνδέει εκείνο που υπάρχει με εκείνο που δεν υπάρχει πια.

Το 2002 προκηρύσσεται ο αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για την αποκατάσταση του ακρωτηριασμένου και εγκαταλειμμένου εργοστασίου και την επανάχρηση του ως Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Η υλοποιημένη πρόταση που κέρδισε το διαγωνισμό αποκαλύφθηκε πριν λίγους μήνες. Οι όψεις της λεωφόρου Συγγρού και της οδού Φραντζή, που είχαν κριθεί διατηρητέες, αποκαταστάθηκαν σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια του Ζενέτου. Η όψη της οδού Καλλιρρόης, που δεν ήταν διατηρητέα, επανασχεδιάστηκε και η τομή του κτηρίου καλύφθηκε.

Η όψη της οδού Καλλιρρόης – που αποτελούσε την πίσω όψη του εργοστασίου και στην οποία βρίσκεται η κύρια είσοδος του Μουσείου – έχει ήδη προκαλέσει αρκετά σχόλια και αντιδράσεις για το αν οι σχεδιαστικές επιλογές ήταν επιτυχημένες, αν η ιδέα για την εικονική ανασύσταση της ξεχασμένης τοπογραφίας των Αθηνών [1] που επικαλέστηκε η σχεδιαστική ομάδα που κέρδισε το διαγωνισμό έχει κάποια υπόσταση· για το αν η όψη συνομιλεί αποτελεσματικά με την αρχιτεκτονική φιλοσοφία του Ζενέτου, ή αν η επιλογή των υλικών και των χρωμάτων ήταν η ενδεδειγμένη για ένα τέτοιο κτήριο.

Η αλήθεια είναι πως η αναμέτρηση με ένα τέτοιου μεγέθους –κυριολεκτικά και μεταφορικά- κτήριο κρύβει σημαντικούς κινδύνους για τον αρχιτέκτονα. Η πρόκληση είναι μεγάλη αλλά η σύγκριση ακόμα μεγαλύτερη και αναπόφευκτη.

pic_4

Η πρόταση που υλοποιήθηκε στις 2 μη-διατηρητέες όψεις μοιάζει να αγνοεί σε πιο κτήριο αναφέρεται. Η όψη της Καλλιρρόης έχει επενδυθεί με πέτρα, ένα υλικό βαρύ, ξένο με τη φιλοσοφία του κτηρίου, ξένο με τη γραμμικότητα, με τις λεπτές, αέρινες χαράξεις του, με την ευελιξία των αρχικών του όψεων. Από την άλλη η πρόταση δεν καινοτομεί, δεν έρχεται σε ολική ρήξη με την παλαιά όψη του Ζενέτου, δεν επαναστατεί προτείνοντας μια ρηξικέλευθη λύση που θα τολμούσε να αναμετρηθεί ή και να συγκρουστεί με την όψη της λεωφόρου Συγγρού. Αυτό που κάνει είναι να διατηρεί τις χαράξεις όπως ήταν στον αρχικό σχεδιασμό και απλά να αντικαθιστά τα στοιχεία πλήρωσης με πωρόλιθο. Η αιτιολόγηση για αναβίωση στην όψη αυτή της κοίτης του Ιλισού δεν πείθει όταν πρόκειται για ένα κτήριο με τόσο λιτό αλλά και πρωτοποριακό αρχικό σχεδιασμό.

pic_5

Η τομή της βόρειας πλευράς καλύπτεται και γίνεται όψη, λες και το κτήριο σταματούσε εκεί, λες και το μήκος του ήταν αυτό και όχι το διπλάσιο σχεδόν, λες και δεν τεμαχίστηκε ποτέ βίαια και αναίτια ένα σπουδαίο δείγμα ελληνικής αρχιτεκτονικής. Η τομή αυτή θα ήταν η πρώτη εικόνα που θα έβλεπε ο επισκέπτης του Μουσείου ερχόμενος από το κέντρο της Αθήνας. Θα ήταν μια δήλωση για το παρελθόν του κτηρίου και θα ήταν ακόμα το νήμα που συνδέει το παρελθόν αυτό με το παρόν. Θα ήταν και μια καταγγελία για τον αδικαιολόγητο και απερίσκεπτο ακρωτηριασμό του Φιξ, μια κίνηση θαρραλέα που θα άρμοζε στη φιλοσοφία του Ζενέτου αλλά και στην ίδια τη νέα χρήση του κτηρίου αφού η σύγχρονη τέχνη εκπλήσσει, καινοτομεί, ταράζει τα νερά και προκαλεί ρήξεις με επικρατούσες συνειδήσεις.

pic_6

Ασφαλώς οι δύο διατηρητέες όψεις της λεωφόρου Συγγρού και της οδού Φραντζή που αποκαταστάθηκαν σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό είναι εξαιρετικές και δίνουν μια ιδέα για τη δυναμική του κτηρίου όταν ήταν εκείνο ολόκληρο. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό.

pic_7

Κανελία Κουτσανδρέα

[1] Φιλιππίδης Δ. , Μοντέρνα Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Μέλισσα, 2001, σελ. 186.

[1] «Η όψη που αφορά την είσοδο, επί της Καλλιρόης, είναι δική μας, δεν υπήρχε. Προσπαθήσαμε λοιπόν να ανασυστήσουμε κάπως το φυσικό περιβάλλον καλύπτοντάς τη με φυσικούς λίθους και με μια λεπτή υδάτινη κουρτίνα που θα υπενθυμίζει στους περαστικούς την πορεία του Ιλισού». Β. Στυλιανίδης (μέλος της μελετητικής ομάδας), Athens Voice, 25/4/12.

Join the conversation

Pings & Trackbacks