Αθήνα, πόλη επική και χαμένη

Ακόμα φοβάμαι ν’ ανοίξω την πόρτα το βράδυ.
Κι αν καμιά φορά ανέμελος πετάγομαι στο δρόμο,
ένα χέρι είναι, όπως και τότε, που πισθάγκωνα με δένει,
ενώ ξοπίσω μου αόρατοι φυλάγαν να μ’ αρπάξουν
νομάτοι τρεις χιλιάδες, μαγκουροφόροι, τέως χίτες,
κουκουλοφόροι και ραβδάτορες της τρισενδόξου Μεσσηνίας.

Αθήνα, πόλη επική και χαμένη. Continue Reading →

ενώ στην Άγκυρα και στην Αθήνα τα πλήθη διαδηλώνουν

Δεν είμαι Τούρκος,
όμως κι εγώ πατώ στη Μεσόγειο.

Οι Τούρκοι στα βιβλία είναι αιμοδιψείς,
όμως θαυμάζεις τι προσεκτικά
φέρνουν το ποτηράκι του τσαγιού και το ακουμπούν στα χείλη,
τραγουδούν αμανέδες. Continue Reading →

ανεβαίνοντας τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας με τον Νίκο Καζαντζάκη

Καθώς ο Κητς διαβάζοντας τον Όμηρο του Τσάπμαν
έβλεπε πέρα να περνούν τα πλοία των αχαιών
κι άκουγε για τον Έκτορα και τις Κυκλάδες,
έτσι κι εγώ στο θρύλο σου περπάτησα μικρός
απ’ την «Οδύσσεια», τη «Ρουσία» και τον «Πρωτομάστορα». Continue Reading →

η σιωπή πού πίστεψε στο Πέραμα

Δεν υπάρχει πιο γαλάζιο χρώμα από το χρώμα του ύπνου
καθώς τον διασχίζουν τα βλέφαρα του ασυρματιστή
ο θάνατος, σουλατσέρνοντας με τις ριγέ πυτζάμες στη γέφυρα, τοκίζει
τη διάρκειά του
μετρώντας τις μέρες του με τις νύχτες μας Continue Reading →

Η Αθήνα είναι ο δικός μου Ατλαντικός

Η Αθήνα είναι ο δικός μου Ατλαντικός
Σοκάκι/Κύμα Λεωφόρος/Θάλασσα
Καμπίνα το κονάκι μου
Κουκέτα η κάμαρά μου Continue Reading →

περπατητής μοναχικός στο δρόμο που ξεκινά από την Αθήνα για την Ελευσίνα

Ἀπὸ τὴ νέα πληγὴ ποὺ μ᾿ ἄνοιξεν ἡ μοίρα
ἔμπαιν᾿ ὁ ἥλιος, θαρροῦσα, στὴν καρδιά μου
μὲ τόση ὁρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπως
ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοένα
βουλιάζει.

Γιὰ ἐκεῖνο πιὰ τὸ δείλι,
σὰν ἄρρωστος, καιρό, ποὺ πρωτοβγαίνει
ν᾿ ἀρμέξει ζωὴ ἀπ᾿ τὸν ἔξω κόσμον, ἤμουν
περπατητὴς μοναχικὸς στὸ δρόμο
ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἔχει
σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσίνα.
Τί ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα
σὰ δρόμος τῆς Ψυχῆς. Continue Reading →

σε μια μικρή διαδρομή στην Προποντίδος προς την Καλλίπολη

Ἴσως ἴσως
μικρὸ ζωύφιο ἴσως
ὅταν πέσαν στὸ ἴσως
τὸ ἀπόγευμα ὁ καιρὸς τὸ βλέμμα τὰ μαλλιά
Μπερδεύτηκαν τὰ λόγια κι οἱ προθέσεις
σὲ μιὰ μικρὴ διαδρομὴ στὴν Προποντίδος πρὸς τὴν Καλλίπολη Continue Reading →

κι ένας κωδωνοκρούστης σκυφτός

Όμορφη πόλη η Αθήνα τη νύχτα
Ακρόπολη έως Φιλοπάππου
και Πνύκα
κι ανάμεσα εκεί
κάτι σπίτια
που’ χουν κάτι σφίγγες
σιρίτια, Continue Reading →

στη Δραπετσώνα μας

Στα δρομάκια του συνοικισμού μας
αναστήθηκε χτες ο Χριστός.
Άξαφνα,
τον είδαμε να περπατάει δίπλα μας.
Παρά τρίχα να μην τον πάρουμε είδηση,
τόσο πολύ σού έμοιαζε, αδερφέ μου,
τόσο πολύ τού έμοιαζες, αδερφέ μου.
Αυτός δεν συλλογίστηκε την μπόχα.
Αυτός δεν συλλογίστηκε τις λάσπες, το σκουπιδαριό. Continue Reading →

Νάχα ψωμί, μύδια και τυρί

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ: Καραγκιόζη, βρισκόμαστε έξω από το σαράι. Δεν αρχίζουμε τα κάλαντα από δω, μήπως ο Πασάς φιλοτιμηθεί και μας δώσει καμιά λιρίτσα;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Λιρίτσα θα μας δώσει, για καμιά κλωτσίτσα;

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ: Ελα Καραγκιόζη μου, ας αρχίσουμε τα κάλαντα. Να, θ’ αρχίσω εγώ πρώτα, κι εσύ θα με ακολουθήσεις. (Αρχίζει ο Χατζηαβάτης να τραγουδά τα γνωστά παραδοσιακά κάλαντα): «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά…». Καλά. Μόνος μου θα λέω τα κάλαντα Καραγκιόζη μου; Μαζί θα τα λέμε για να κάνουμε και πιο μεγάλο ντόρο.

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Αντε ρε σαχλαμάρα. Κάλαντα είναι αυτά που λες, ή το «Πατερημών». Εσύ τα είπες. Ε, θα τα πω κι εγώ μόνος μου: Continue Reading →

Χριστούγεννα 1943 – γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες κι ο γέρος εθνικός κήπος

Οι γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες
γυναίκες αγκαλιάζουν πράσινα κλωνιά δεν κλαίνε
κι ο γέρος εθνικός κήπος κουβαλάει στις πλάτες του
τρεις πεθαμένους κύκνους Continue Reading →

Το βράδυ στρώναμε να κοιμηθούμε στη ταράτσα

Αυτή είναι η ιστορία ενός χαρταετού
που δεν είχα ποτέ.

Μπορεί να έπαιζα στα μάρμαρα του Θησείου που άλλο δεν είχαν
στο μυαλό τους παρά μόνο πώς
–με χρόνια με καιρούς–
θα ξαναγύριζαν στο χώμα Continue Reading →

σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής

Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα
πανάρχαια γόησσα Αθήνα
γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε
άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις
χύνοντας κόκκινο γάλα
καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας
παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών
του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου
σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών
του αμύγδαλου-κόσμου
…………………………………………………………………… Continue Reading →

τραγούδι στον Υμηττό

Βαθειὰ μέσ’ ἀπ’ τοὺς δρόμους τῆς Ἀθήνας
Κι ἀπ’ τὰ σπίτια, βαθειά, τ’ ἀραδιασμένα,
Μενεξεδένιο φέγγει τ’ ὅραμά σου,

Καὶ χαράζεις ὁλάπλωτη ραχούλα
Σὲ γαλανὸ ἡλιοστάλαχτο στεφάνι,
Μελιχρὲ τῆς Ἀθήνας παραστάτη. Continue Reading →